Πέμπτη, 17 Απριλίου 2008

Ευτυχώ εαυτόν ! (Το γιατί παρακάτω)

Το επίθετο «ευχάριστο» είναι μάλλον ανεπαρκές για να αποδοθεί η ιδιαίτερη θεατρική χαρά που προκαλούν στο θεατή, τον κουρασμένο από τις διάφορες τεχνοτροπίες που κατακλύζουν εσχάτως το θέατρό μας - στην προσπάθεια κάποιων οιηματιών να το ανανεώσουν - κάποιες παραστάσεις που σερβίρουν θέατρο πηγαίο, ανόθευτο, απολαυστικό, θέατρο μετάληψη της αρχαίας θεατρικής χαράς και χάρης.
Είναι τόσο εύκολο να παρεξηγηθεί κάποιος που θεωρεί θέατρο το
θ έ α τ ρ ο και όλες τις άλλες απόπειρες να μεταβάλλουν τους τύπους, (πολλάκις δε και την ουσία και να προτείνουν στη θέση του κάτι διαφορετικό) να τις αντιμετωπίζει με επιφύλαξη. Οι απόπειρες περί των οποίων ο λόγος αποτελούν βεβαίως επαναστάσεις δικαιωμένες στο πέρασμα του χρόνου και απολύτως θεμιτές, αναγκαίες και επιτακτικές αφού οι ανανεωτές αναζητούσαν κάθε φορά τρόπους επαφής με την εποχή τους. Έτσι ακριβώς καταρρίφθηκε απ’ την εξουσία του στα μέσα του 19 αιώνα ο ρομαντισμός και αναδείχθηκε στα χρόνια της βιομηχανικής επανάστασης και της ψυχανάλυσης ο ρεαλισμός, που εκτοπίσθηκε στη συνέχεια απ’ τον νατουραλισμό και ακολούθως από τον συμβολισμό, για να φτάσουμε στα μέσα του 20ου στις μεγάλες αναμοχλεύσεις των ανατρεπτικών της πρωτοπορίας που αντηχήσεις ακούμε ευκρινέστατα ακόμα και μέχρι σήμερα. Είναι λοιπόν ανιστόρητος εκείνος που θα αρνηθεί την αναγκαιότητα όλων των πειραματισμών, ακόμα και των πιο ακραίων. Ωστόσο, άλλο αυτό κι άλλο να ανησυχεί αυτός ο κάποιος όταν η έξαρση της πειραματικότητας φθάνει στο παραλήρημα και στην θεσμοποίηση της υστερίας η στη θεοποίηση της σύγχυσης.
Κουρασμένος το λοιπόν ο οδοιπόρος του θεατρικού μας τοπίου, ανήσυχος και προβληματισμένος, ανοιχτός όμως πάντα προς κάθε κατεύθυνση, ενοχλημένος απ’ αδηφάγες σκοπιμότητες και τις καιροσκοπικές προωθήσεις και πιο πολύ απ’ την κιβδηλεία (ενίοτε και απ’ την αταλαντοσύνη και την ανοησία) φθάνει σ’ ένα θεατρικό κάθισμα γεμάτος αναστολές και, ώ του θεατρικού θαύματος, βλέπει θέατρο πραγματικό και ηθοποιούς που δεν καμώνονται μα παίζουν, παίζουν αληθινά, γάργαρα, ψυχούλες και φωνούλες όμορφες, αληθινές, συμμετέχουσες ανεπιφύλακτα στο θεατρικό αλισβερίσι.
Αυτό μου συνέβη αγαπητοί μου στην παράσταση του έργου «Η αβάσταχτη ελαφρότητα του ταλέντου» της ομάδας «Πλάνη» που είδα στο θέατρο «Σημείο». Στο κείμενο χρωστιέται ένα μεγάλο ποσοστό της όμορφης παράστασης. Μικρά θεατρικά κομμάτια γραμμένα από τον Κώστα Δαλακούρα και την Άννα Ετιαρίδου αποτελούν ένα πολύπτυχο σατιρικό, σαρκαστικό και καταγγελτικό, πάντα τρυφερό ωστόσο, απ’ τη ζωή των ηθοποιών, απ’ τις αγωνίες της δραματικής σχολής, τις δυσμένειες της επαγγελματικής ένταξης. Τις αντιζηλίες και τις ανταγωνιστικότητες και τέλος με το αξιογέλαστο βεντετιλίκι. Με γραφή σπιρτόζικη, πνευματώδη, ευγενική, χωρίς εκφραστικές βαναυσότητες (στον επιδεικτικό και προκλητικό ψευδότυπο του «έτσι μιλάνε σήμερα οι νέοι») πιάνει στιγμές και σκιτσάρει καταστάσεις με αξιοπρόσεκτη παρατηρητικότητα. Σας μιλάω για κείμενα σφιχτά, πολύ καλογραμμένα και πανέξυπνα.
Μα ποια θα ήταν η τύχη των κειμένων αν δεν είχαν πέσει στα χέρια αυτών των πέντε χαρισματικών κοριτσιών. Πρώτη στη σειρά η Κατερίνα Μαρτιμιανάκη στην απεγνωσμένη ολονύχτια προσπάθειά της να μάθει την Ηλέκτρα αλλά η φρικτή διαπίστωση «να μην έχει φωνή» μεταβάλει την ίδια σ’ ένα τραγικό πρόσωπο. Αυτό το κομμάτι, με την ομολογία πως στον ύπνο της βλέπει τον Ορέστη τον Αίγισθο και την Κλυταιμνήστρα και οι συμμαθήτριές τη θεωρούν ψώνιο, μπορεί να σταθεί από μόνο του σαν ένα δυνατό μονόπρακτο. Καταπληκτικό είναι επίσης με τις δυο απόφοιτες, που σχολιάζουν την κοινή τους αντιπάθεια που έμαθαν πως έκλεισε ρόλο σε καθημερινό σίριαλ αλλά, τι ικανοποίηση, διαπίστωσαν πως «κρέμασε» ο πισινός της, που ήταν ο καλύτερος της σχολής. Επειδή φοβάμαι μήπως κάνω κάποιο λάθος στο ποια είναι ποια δεν θα συνδέσω τα ονόματα των κοριτσιών που έχω στη διάθεσή μου με το καθένα απ’ τα σκετσάκια, θα σημειώσω όμως πως όλες ήταν πάνω από εξαιρετικές στο δικό της η καθεμιά και να τις αναφέρω με τη σειρά που εμφανίστηκαν. Την Μαρτιμιανάκη την είπαμε, δεύτερη η Γεωργία Οικονόμου, τρίτη η Έρη Μανουρά, τέταρτη η Ελευθερία Φουρναράκου και πέμπτη η Άννα Ετιαρίδου, που δικαιούται διπλό χειροκρότημα αφού εμπλέκεται και στη συγγραφή των κειμένων. Φαίνεται πολύ καθαρά ωστόσο, όσες επιδαψιλεύσεις κι αν δικαιούνται οι συντελεστές των επί μέρους, πως ο βασικός αυτουργός αυτής της ωραίας και καλλιτεχνικής εμπειρίας είναι ο Κώστας Δαλακούρας. Ευτυχώ εαυτόν που είχα την έμπνευση του «Πυρ Ομαδόν» και μου δίνεται η ευκαιρία να πλησιάσω δουλειές και άτομα τόσο θεατρικά ικανά όσο η «Πλάνη» και ο Κώστας Δαλακούρας.

Γιώργος Χατζηδάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια: