Σάββατο, 29 Μαρτίου 2008

ΔΥΟ ΠΑΡΑΣΤΑΣΕΙΣ ΑΠ' ΤΟ Θ.Ο.Κ

«Καυτός πάγος» και «Βρυκόλακες»
Μια πετυχημένη αντίστιξη



Έρχομαι απ’ την Κύπρο φέρνοντας εντυπώσεις ωραίες πάσης φύσεως, εδώ ωστόσο θα σας απασχολήσω μόνο με τις θεατρικές. Πρώτα πρώτα σας μεταφέρω έκπληκτος ένα αρχικό γενικό συμπέρασμα πως το ωραίο αυτό ελληνικό νησί της ανατολικής Μεσογείου επιδεικνύει μια ζωηρή έφεση για το θέατρο, το θέατρο όλων των τάσεων, όλων των ρευμάτων και όλων των επιπέδων. Ρυθμιστής της θεατρικής ζωής είναι ο πολύς Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου που τον διευθύνει άνθρωπος με ευρυγώνιο θεατρικό βλέμμα που «πιάνει» μεγάλη γκάμα θεατρικών προβληματισμών. Ο Βαρνάβας Κυριαζής, ηθοποιός και σκηνοθέτης κρατάει σφιχτά και με γνώση τα γκέμια του θεατρικού άρματος που ταξιδεύει ανά τους αιώνες .
Στην Κύπρο βρεθήκαμε για την πρεμιέρα του φίλου σκηνοθέτη Τάκη Τζαμαριά, ιδρυτή της ομάδας «Δυτικά της πόλης», μέλους του Πυρ Ομαδόν.
Η πρεμιέρα έγινε στην Νέα Σκηνή του ΘΟΚ και αφορούσε το έργο της Μπράινι Λέβερι «Καυτός πάγος». (Το ίδιο έργο παίζεται και παρ υμίν, στο θέατρο των Εξαρχείων). Είναι η περίπτωση ενός παιδόφιλου που ενέχεται για τον φόνο πολλών μικρών κοριτσιών και που η διόπτρα της συγγραφέως τον συμπλέκει με την μητέρα ενός απ’ τα θύματα καθώς και με την ερευνήτρια ψυχολόγο που ως δραματικό πρόσωπο του έργου διεκπεραιώνει και τον ρόλο της αφηγήτριας και επιστημονικής αναλύτριας. Έργο με καινοτροπικές αρετές αποτελεί μια καλή επιλογή κυρίως για την αντίστιξη της Νέας Σκηνής απέναντι στην Κεντρική του Οργανισμού, που ανέβασε τους κλασικούς «Βρυκόλακες» του κορυφαίου δραματουργού του 20ου αιώνα, του Ίψεν.
Η παράσταση της Νέας Σκηνής ανταποκρίνεται απολύτως στις αισθητικές διαφορές και προτάσεις που οφείλει να διατηρεί και να επιδεικνύει απέναντι στην κύρια Κεντρική Σκηνή, ώστε οι αρμοδιότητες καθεμιάς απ’ αυτές να είναι διακριτές. Και η επιλογή συνεπώς του Τάκη Τζαμαριά, με τις νεωτεριστικές σκηνοθετικές επιδόσεις που η έξωθεν μαρτυρία τον έχει προικίσει(οι θετικές ως ενθουσιώδεις κριτικές που έχουν πάρει οι παραστάσεις του), δίκαια κρίθηκε ως ο κατάλληλος να του ανατεθεί το έργο της Νέας Σκηνής.
Δεν υστέρησε των προσδοκιών ο Τζαμαριάς. Έστησε μια παράσταση με μοντέρνα (η μεταμοντέρνα, αν θέλετε,) ευρήματα, αναμιγνύοντας αυτοσχεδιασμούς με στοιχεία ρεαλισμού, (όπως το συμβατικό κλάδεμα του θάμνου με το πραγματικό κλαδευτήρι ανά χείρας), με συμβολικά ευρήματα (το «ντούς» ως αλληγορία του αποκαθαρμού ) και άλλα ηχηρά παρόμοια, ευφυή ωστόσο, ευρηματικά και ευφάνταστα.
Στο σημείο αυτό ας μου επιτραπεί να προσθέσω μια προσωπική άποψη, όχι με όποια άλλη ιδιότητα αλλά μόνο ως θεατής μιας πολύχρονης εμπειρίας. Λοιπόν, αυτό που θέλω να προσθέσω είναι πως τα σκηνοθετικά ευρήματα, όσο και αν δεν είναι προβλεπόμενα από τον δραματουργό, ακόμα κι αν λογικά δεν δικαιολογούνται, αν είναι οργανικά ενταγμένα στο σύνολο της παράστασης από τον σκηνοθέτη, κακό δεν μπορούν να κάνουν ενώ σε πολλές περιπτώσεις πλουτίζουν την εντύπωση και ενισχύουν την θεαματικότητα, υποβάλλοντας συχνά ατμόσφαιρες και αισθήματα. Δικαιωμένα λοιπόν τα πρόσθετα στη σκηνοθεσία της συγκεκριμένης παράστασης, αφού ενσωματώθηκαν χωρίς καμιά δυσκολία υπογραμμίζοντας μ’ αυτά και μ’ αυτά την νεοτερικότητα της Νέας Σκηνής. Ο Τζαμαριάς, που είναι πριν από κάθε τι άλλο ηθοποιός, έχει αναπτυγμένο το σκηνικό αισθητήριο και προσαρμόζει τα επινοήματά του ώστε να μην «κλωτσάνε» σαν παράταιροι σκηνοθετισμοί.
Το δύσκολο σημείο του έργου είναι να αιτιολογηθεί, ηθικά, δραματουργικά, ψυχολογικά, υπαρξιακά, σκηνοθετικά, υποκριτικά ή όπως αλλιώς, η συγνώμη που δίνει η μάνα στον δολοφόνο και βιαστή της εξάχρονης κόρης της. Γιατί τον συγχωρεί και τον επισκέπτεται στη φυλακή γεμάτη κατανόηση για το έγκλημά του και σχεδόν τον ευγνωμονεί για την πράξη του; Στο θεματικό φάσμα της παιδοφιλίας και της αιμομιξίας έχουμε δει παραλλαγές πολλές και στο θέατρο και στον κινηματογράφο. Σε καμιά περίπτωση η ψυχολογική συμπεριφορά ενός των ηρώων δε μας άφησε κενά. Εδώ τα κενά είναι χαώδη. Πως μπορεί μια μάνα να συγχωρήσει τον βιαστή και φονιά της δεκάχρονης κόρης της; Δεν συμβιβάζεται με τα ανθρώπινα. Υποβαθμίζει το υπέρτατο του μητρικού ενστίκτου και του προστατευτικού γονικού αισθήματος. Είναι διαστροφικό, αλλά απ’ την πλευρά της μάνας. Δεν είναι ένδειξη φιλανθρωπίας, υψηλοφροσύνης και κάθαρσης η συγνώμη στον παιδοκτόνο. Αντίθετα αποτελεί φαινόμενο απανθρωπισμού. Η σύγχυση, που σαν πολιτισμός διερχόμαστε, πολύ φοβάμαι πως μας οδηγεί σε τραγικές παρεξηγήσεις. Το συγκεκριμένο κρούσμα θα μπορούσε να θεωρηθεί άλλοθι για τις παιδοκτονίες και όχι μόνο τις μεμονωμένες, αν γίνομαι αντιληπτός.
Πολύς λόγος έγινε για τη φράση «Tην απαρτίωση θα την κάνει ο θεατής. Τη σχάση θα ζήσει ο ήρωας» που κάποιος ψυχολόγος, σε στιγμή οίστρου, είπε, λένε, για το έργο και η ρήση του έλαβε δημοσιότητα. Προς θεού ! Κατά τη γνώμη μου η φράση αυτή θα πρέπει να παραμείνει μνημείο για να δηλώνει την βαθειά κρίση που διέρχεται το θέατρό στην εποχή μας από την εισβολή των θεωρητικών. Φραστικές συνθέσεις εναντίον της ουσίας του θεάτρου. Έχει κι άλλες αδυναμίες η δραματουργική συγκρότηση του έργου της Μπράϊνι Λέβερι αλλά νομίζω πως αυτή είναι η πιο κραυγαλέα .
Οι ηθοποιοί Πόπη Αβραάμ (Ψυχολόγος), Ιωάννα Καμμένου (Μητέρα) Ανδρέας Τσουρής (Ραλφ,παιδοκτόνος) καθοδηγημένοι και απ’ τον σκηνοθέτη έδωσαν πολύ καλά αποτελέσματα κατά την δυνατότητα του και του ρόλου του ο καθένας. Ο Τσουρής, που είχε το πλεονέκτημα να παίζει τον «αβανταδόρικο» παιδοκτόνο, επινόησε πολλά, εξωτερικά το πλείστον, νευρωτικά τικ και συνέθεσε εντυπωσιακά την αποκλίνουσα φιγούρα του ήρωά του, υπερνικώντας το ηθογραφικό είδος του. Σημειώνω την απόδοσή του ως επίτευξη, δική του και του σκηνοθέτη.
Το σκηνικό της Μαρίας Κονομή καλής και λειτουργικής έμπνευσης.

Στην Κεντρική Σκηνή του κυπριακού θεατρικού οργανισμού είδαμε τους «Βρυκόλακες» σε μια παράσταση που χωρίς δισταγμό περνάει στις πρώτες σειρές παρελθόντων ανεβασμάτων, όσων είχα την τύχη να παρακολουθήσω τα τελευταία πενήντα χρόνια. Η κυρία Άλβινγκ της Δέσποινας Μπεμπεδέλη, ωριμότερη, τεχνικότερη, φορτισμένη με όλα τα αθροίσματα την προηγούμενων εμπλοκών της με τον ίδιο ρόλο, εξερράγη σ’ έναν πίδακα οδύνης, σπαραγμού και απόγνωσης στο συντριπτικό φινάλε που έστησε ο σκηνοθέτης Γιάννης Ιορδανίδης. Ο ρεαλισμός αυτής της κορυφαίας σκηνής του έργου «γυμνώθηκε» από τεχνοπρέπειες και εστετισμούς δραματικών συνταγών και αφέθηκε με απελπισμένη αλήθεια στην καταβαράθρωση που ρίχνει η αποκάλυψη της πραγματικότητας αυτή την πλανημένη γυναίκα. Ο Όσβαλντ του Ορέστη Σοφοκλέους βουτηγμένος στον ίδιο ρεαλισμό απ’ τον σκηνοθέτη, συμπαρέσυρε σκαλί σκαλί την μητέρα του στη δική του πτώση, στον πάτο του σκοτεινού πηγαδιού. Χωρίς υπερβολή μια συγκλονιστική ερμηνεία που μακάρι να είναι υποσχετική για εξ ίσου καλά πράγματα στο μέλλον.
Η Χριστίνα Χριστόφια έπλασε αριστοτεχνικά μια Ρεγγίνα που υπομένει αθόρυβα και υποτακτικά μια μοίρα, συσπειρωμένη ωστόσο κι έτοιμη να αρπάξει τη λεία της κι όταν οι προσδοκίες της αναποδογυρίζονται απ’ την αποκάλυψη ο αμοραλισμός ξεσκεπάζει την αγοραία συμπεριφορά της καθώς ολισθαίνει κι αυτή στο δικό της πηγάδι. Εξαιρετικά δουλεμένη η μεταστροφή της. Ο Ανδρέας Βασιλείου πειστικός και καλοσχεδιασμένος Έγκστραντ, ενώ η ερμηνεία του Γιώργου Μουαΐμη στον καίριο ρόλο του πάστορα Μάντερς μας άφηνε κενά.
Η σκηνοθεσία του Γιάννη Ιορδανίδη οργάνωσε μια παράσταση δίνοντας αξία σ’ αυτό το σημαντικό στοιχείο που πολλοί ομότεχνοί του το παραμελούν, την πλαστικότητα των αλληλοδιαδοχικών εικόνων. Την αρχιτεκτονική αρμονία των εναλλασσόμενων « κάδρων». Αυτή η παράμετρος με το δραματικό βάθος και την υποκριτική καθοδήγηση είναι τα γνωρίσματα των ικανών του είδους.
Δυο παραστάσεις που ανεβάζουν τον δείκτη ποιότητας του κυπριακού θεάτρου και θα είναι ευχής έργον αν ευοδωθεί η πρόθεση να έρθει η παράσταση των Βρυκολάκων στην Αθήνα.
Γιώργος Χατζηδάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια: