Πέμπτη, 11 Ιανουαρίου 2018

Δεξιοτεχνία γραφής, σπουδαίες ερμηνείες


Simon Stephens: Heisenberg                                 
Θέατρο του Νέου Κόσμου



Το έργο

Νομίζω πως πρωτεύουσα αρετή αυτού του ενδιαφέροντος θεατρικού κειμένου του Σίμον Στέφενς, είναι ο γοητευτικός του διάλογος. Αυτό είναι ένα στοιχείο που σε «πιάνει». Είναι διάλογος σύντομος, κοφτός, στακάτος, ελλειπτικός, μερικές φορές μοιάζει ασυνάρτητος, κάποτε φέρνει μια ανεπαίσθητη ποιητική αίσθηση. Δεξιοτεχνία γραφής ιδιαίτερη, μαστοριά, που στήνει απ την αρχή μια συμπάθεια για τα πρόσωπα και νιώθεις πως εκπέμπουν ο ένας για τον άλλο στοργή και τρυφερότητα. Τόσο ο Άλεξ όσο και η Τζώρτζι  έχουν κάτι φευγαλέο, κάτι αόριστο, κάτι πολύ λίγο ρεαλιστικό, δείχνουν πράγματι σαν αποκομμένοι από κάθε πραγματικότητα, σαν αιωρούμενα σωματίδια ενός χαώδους περιβάλλοντος. Ο χαρακτήρας του καθενός είναι αχνός χωρίς σαφή καταγωγή, τάξη, τόπο, χρόνο, βιώματα. Μια ταυτότητα κι ένα παρελθόν αναφέρει ο καθένας που στη συνέχεια αναιρείται και το αντικαθιστά μ ένα άλλο που η αλήθεια του κι αυτουνού αμφισβητείται. Ένα ίχνος παρελθόντος μόλις που διακρίνεται πίσω τους. Δεν ταιριάζουν στην ηλικία, μια ολόκληρη γενιά χωράει ανάμεσα τους, ούτε και κανένα άλλο στοιχείο τους συνδέει, ούτε και σεξουαλική έλξη φαίνεται πως τους τράβηξε αφού η ερωτική πράξη εκτελείται σαν διεκπεραιωτικά, σαν μια τρυφερή μεν αλλά υποχρεωτική συναινετική επικοινωνία. Τα μόνα στοιχεία που τους δικαιώνουν σαν ήρωες ενός θεατρικού είναι η μοναξιά του καθενός και το σημείο του χορού. Ναι, ο χορός είναι ένα στοιχείο που συγκλίνουν, ταυτίζονται και ίσως θα συμβαδίσουν. Ποια έννοια έχει ο χορός σ’ αυτή την συνάντηση, ποιες και πόσες προεκτάσεις, ας ασχοληθούν για λογαριασμό των ενδιαφερομένων, οι σημειολόγοι.



Η Αρχή της Απροσδιοριστίας

Όσον αφορά την σχέση του θεωρήματος της Απροσδιοριστίας, της κοσμολογικής αρχής του Heinenberg, φαίνεται πως σε σχέση με το συγκεκριμένο έργο, δεν αποτελεί παρά ένα πρόσχημα, ένα ρούχο που ο συγγραφέας κατ’ αρχήν και οι ευφάνταστοι αναλυτές στη συνέχεια, προσπάθησαν να το φορέσουν σ’ αυτό το έργο αλλά που δεν του χωράει. Δεν αποκτάει φιλοσοφικό υπόβαθρο με την αφελή ατάκα περί του σύμπαντος και του επίπεδου της γήινης σφαίρας, που λέγεται κάποια στιγμή. Μπορεί ο Στέφενς εντυπωσιασμένος από την έννοια της απροσδιοριστίας ως φιλολογικό ερέθισμα που του ενέπνευσε την αοριστία των προσώπων, του λόγο τους, και του όποιου άλλου προβληματισμού, να κοτσάρησε στον τίτλο το όνομα του Heisenberg. Μια υποκίνηση στην επιλογή της φόρμας ίσως μα ούτε κατά διάνοια ένα έργο εμπνευσμένο από μια ανατρεπτική θεωρία της φυσικής επιστήμης και της ερμηνείας του κόσμου. Ασφαλώς και υπάρχουν διάφορες απόπειρες θεωρητικών να στηριχθούν ποικίλοι συσχετισμοί του δραματουργήματος με το αξίωμα του Heisenberg, πλην όμως το ίδιο το έργο περιορίζεται στις αρετές που του αναγνωρίσαμε πιο πάνω και παραμένει με αξιοπρέπεια ως ένα πρωτότυπα και γοητευτικά γραμμένο αισθηματικό ζατρίκιον, που άλλα παρόμοια λίγο παλαιότερης κοπής, ήταν από θεατρική άποψη πολύ περισσότερο συγκινησιακά.



Η σκηνοθεσία

Η σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου κρατήθηκε στην αξιοπρέπεια το ρόλου της. Περιορίστηκε – όπως πρέπει – στην οργάνωση της παράστασης. Διευθέτησε, καθοδήγησε, ασφαλώς απέτρεψε, διόρθωσε και  υπέδειξε με τρόπο διακριτικό ως προς την παρουσία της, προτείνοντας τόσο στους ηθοποιούς όσο και στους θεατές την αντίληψη του για την παράσταση και τις ερμηνείες του έργου. Αυτό που γίνεται αισθητό είναι ένα αίσθημα που απ’ την αρχή περιβάλλει τα δυο πρόσωπα. Ένα θάλπος. Μια ευμενής αποδοχή του ενός προς τον άλλο. Επίτευγμα ασφαλώς όχι τυχαίο. Έχω παρατηρήσει πως η σκηνοθεσίες των διαφόρων παραστάσεων αποκαλύπτουν τον χαρακτήρα, την ψυχολογία, την παιδεία, την ιδεολογία του κάθε σκηνοθέτη. Προτρέπω τον αναγνώστη του παρόντος να το παρατηρήσει. Οι σκηνοθέτες ψυχογραφούνται, αποκαλύπτονται με την προσεκτική παρατήρηση των σκηνοθεσιών τους. Θα μπορούσε να προκύψει ένα ιδιαίτερο πεδίο ψυχαναλυτικών προθέσεων με αντικείμενο μελέτης τις σκηνοθεσίες και τους σκηνοθέτες. Θα ήταν νομίζω ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες οι προσεγγίσεις των χαρακτήρων των σκηνοθετών αναλύοντας τα σκηνοθετικά στοιχεία των παραστάσεων.



Οι ηθοποιοί

Οι δυο ηθοποιοί που ανέλαβαν το κείμενο του έργου που μας παρουσίασε το Θέατρο του Νέου Κόσμου είναι μια πολύ πετυχημένη επιλογή. Εξαιρετικά πετυχημένη.Μια συναρπαστική επίδειξη υποκριτικής δεξιοτεχνίας τόσο εκ μέρους του Περικλή Μουστάκη όσο και απ’ την Κόρα Καρβαούνη. Οι μονοσύλλαβες απαντήσεις και οι παρεμβολές του  Άλεξ έδιναν τις ευκαιρίες στον ηθοποιό να ανοίξει μια φανταχτερή σε πλούτο αποχρώσεων πασιέντσα με τόνους, ημιτόνια, ζωηρότητες, συνδυασμούς, συστροφές, πλουμισμένα άλλοτε με ελαφριά δόση ειρωνείας,  έκπληξης, άμυνας, άρνησης και αποδοχής. Όλα αυτά υποστηριγμένα με κινήσεις είτε μικρές και ανεπαίσθητες, κάποτε μεγαλύτερες, με το σώμα, με το κεφάλι  με τα χέρια. Έδινε την εντύπωση πως ο ήρωας κρατούσε μια στάση αμυντική, ανταποκρινόταν απρόθυμα, υποχρεωτικά. Αλλά όλα αυτά τόσο καλοδιάθετα, τόσο σίγουρα,  χωρίς έκδηλη αντίρρηση η ανησυχία. Αντίθετα η Τζόρτζι της Καρβούνη σαν να εισέβαλε, έδειχνε περισσότερο εξωτερική, μιλούσε με μεγαλύτερη έμφαση, οι ατάκες της ήταν πιο μεγάλες, οι κινήσεις της το ίδιο, οι τόνοι της ελαφρά ψηλότεροι, έδειχνε περισσότερο παρορμητική, λιγότερο ελεγχόμενη, το λεξιλόγιο της τολμηρότερο. Πρόδιδε περισσότερο την απόγνωση που έκρυβαν και οι δυο. Χωρίς έντονες διαφορές σ’ αυτό το εξαιρετικό διαξίφισμα, το απαλό και γεμάτο, οι δυο ήρωες που δυο εξαιρετικοί ηθοποιοί τους ζωντάνευαν θαυμαστά, γράπωναν τον θεατή και δεν τον άφηναν ως το τέλος. Το πιο αξιοθαύμαστο που έχει να υπογραμμίσει η κριτική είναι πως οι δυο ηθοποιοί δεν χρειάστηκε να υποδυθούν, να μεταβληθούν, δηλαδή καμωθούν για να γίνουν οι ρόλοι. Έμειναν όπως είναι και ήταν απολύτως Αυτοί. Ναι, στ’ αλήθεια το έργο ήταν εξαιρετικά γραμμένο, δουλεμένο προσεκτικά σε κάθε λέξη κάθε ατάκας, όπως σημείωσα ήδη, μα με άλλον σκηνοθέτη και το κυριότερο με άλλους ηθοποιούς θα μπορούσε να στραπατσαριστεί, να τσαλαπατηθεί, να σαραβαλιαστεί. Ευτυχώς η οξυδέρκεια των συντελεστών το διέσωσε και ο θεατής φεύγει με μια υπέροχη θεατρική αίσθηση και θαυμασμό για τον σπουδαίο Περικλή Μουστάκη και την πολύ καλή Κόρα Καρβούνη που φάνηκε αντάξια του.



Το σκηνικό

Επιφύλαξη και αντίρρηση για το σκηνικό. Οι σανιδένιες παλέτες υπέβαλαν ένα περιβάλλον αφιλόξενο, αρνητικό, άγαρμπο. Δεν βοηθούσε στην διεξαγωγή της κλιμάκωσης  ούτε και συνέβαλε στην ατμόσφαιρα της σχέσης που αναπτύσσονταν. Ιδιαίτερα στην ερωτική σκηνή του κρεβατιού ο θεατής αισθανόταν δυσάρεστα την σκληρότητα του ξύλου που καθόλου βέβαια δεν  βοηθούσε στη αίσθηση του στρώματος η του μαξιλαριού. Ήταν λάθος γιατί δεν μπορεί για κανένα λόγο να είναι ηθελημένο μιας κι έρχεται σε  φανερή κόντρα με κάθε άλλη πρόθεση. Η εξήγηση πως το ζητάει ο συγγραφέας δεν πείθει τον θεατή που νοιώθει την ενοχλητική, σκληρή, ξύλινη αίσθηση του.

Γιώργος Χατζηδάκης


Δεν υπάρχουν σχόλια: