Κυριακή, 6 Νοεμβρίου 2016

Ευδιάκριτο αντίγραφο



Δεύτερη Φωνή
Ρέππα – Παπαθανασίου
Θέατρο Αποθήκη



Δέσμη κλασικών συνταγών και μάλιστα σε σαφή διάταξη επεισοδίων τηλεοπτικής σειράς, οπωσδήποτε όμως εμπορικής κινηματογραφικής ταινίας, αυτό είναι το συμπέρασμα των όσων διαδραματίζονται στη σκηνή του θεάτρου «Αποθήκη» σύμφωνα με το σενάριο των γνωστών Μιχάλη Ρέππα και Θανάση Παπαθανασίου. Και ιδού κορυφαία πρότυπο η Αμάντα από τον «Γυάλινο Κόσμο»,  μια μητέρα που κουβαλάει απελπισμένα τις διαψευσμένες φιλοδοξίες της νιότης της και προσπαθεί να τις μεταβιβάσει στην κόρη της για την πραγματοποίηση τους, πλην όμως η μικρή Λάουρα είναι ανάπηρη και οι ελπίδες της μητέρας θα μείνουν ανεκπλήρωτες.
 Σ’ αυτό το πρότυπο βασίστηκαν εκατοντάδες Αμερικανοί σεναριογράφοι και μας έδωσαν ένα πλήθος παραλλαγές χαρακτήρων, αντιδράσεων, πλοκής   και εξελίξεων. Σε τέτοιο βαθμό το συγκεκριμένο στόρυ κοπιαρίστηκε που στ’ αλήθεια να αμφιβάλουμε για την αυθεντικότητα ακόμα και αυτής της παραλλαγής που παρακολουθήσαμε . Δεύτερο κλασικό πρότυπο ο άβουλος, παραιτημένος πατέρας, ( Γιώργος Ζιόβας) μαχητικός φοιτητής άλλοτε, ριψοκίνδυνος και αγωνιστικός για έναν καλύτερο κόσμο, πτοήθηκε όμως στη συνέχεια, στράφηκε στη μελέτη της ιστορίας και αναζητάει εξηγήσεις στα στριφογυρίσματα και στις αντιστοιχίες με τα παρελθόντα, τα παρόντα και τα μέλλοντα. Ασφαλώς στα καθ’ υμάς δεν είναι βετεράνος των κινητοποιήσεων του Μπέρκλεϋ αλλά συμμετείχε στην εξέγερση του Πολυτεχνείου, τραυματίστηκε κι όλας και το χειρότερο γι αυτόν δεν ενδιαφέρθηκε να αξιοποιήσει τον ηρωισμό του αλλά τώρα άγνωστος μέσα στους αγνώστους  άφησε άλλους επιτήδειους ν αναδειχθούν σε υψηλά αξιώματα. Χιλιομεταχειρισμένο. Αυτά σαν μόνιμη επωδός του καταλογίζονται από την συμβία του ( Νένα Μεντή) η οποία  πρωταρχικό σκοπό του βίου της έχει την ανάδειξη της κόρης της στον κόσμο των σόου μπίζνες, στο τραγούδι ειδικότερα, που είναι το πεδίο όπου η ίδια ατύχησε.
Η κόρη τώρα, (Δανάη Σκιάδη) όμορφη και καλλίφωνη δεν έχει την αναπηρία της Λάουρας του υβριδικού προτύπου, αλλά έχει ένα μωρό με σύνδρομο ντάουν κι έναν σύζυγο, (Κωνσταντίνος Γαβαλάς) καλό παιδί και φιλότιμο πλην όμως άνεργο,(Για τους σημειολόγους ας σημειωθεί πως ο ακαμάτης πρώην αγωνιστής πατέρας, τραυματισμένος στην εισβολή στο Πολυτεχνείο, με το ρίξιμο της πόρτας και την εισβολή του τανκ, χτύπησε αθεράπευτα το πόδι του και κουτσαίνει, όπως και η Λάουρα.) Και βέβαια υπάρχει και αδελφός. (Δημήτρης Σαμόλης) Όχι όμως τρυφερός, τρυφηλός και βασανισμένος όπως ο Τομ στο έργο του Ουίλιαμς, αλλά ακριβώς το αντίθετο. Αναρχικός αρχικά και φασίστας εν συνεχεία σε μετεξέλιξη που οι συγγραφείς προσπαθούν να συμπεριλάβουν ολίγην ντόπια πραγματικότητα, ίσως και καταγγελία. Το αρχικό μοτίβο δεν παραβιάζεται ούτε με την απουσία ενός ακόμα αρσενικού επισκέπτη, (Γιώργος Σαμόλης) του Τζιμ στο Ουαλδικό πρότυπο, ελπίδες φέροντος, του στραμμένου στα ενδιαφέροντα  της θυγατέρας κυρίως όμως στα μύχια ανεκπλήρωτα της μητέρας και ο οποίος υποσχόμενος την εκπλήρωση των ονείρων και τάζοντας λαγούς με πετραχήλια αρπάζει τις οικονομίες της μητέρας και χάνεται όπως ακριβώς ο Τζιμ στον «Γυάλινο Κόσμο» διαψεύδει και το τελευταίο απομεινάρι των προσδοκιών μητέρας και κόρης.
Μεταχειρίστηκα τον «Γυάλινο Κόσμο» σαν βασικό μοτίβο ενώ σας δήλωσα πως έχω κατά νου τουλάχιστον είκοσι σενάρια με μαμάδες μωροφιλόδοξες που μεταβιβάζουν στις θυγατέρες τους τα ναυαγισμένα νεανικά του όνειρα και πατεράδες άβουλους, παραιτημένους, που προσπαθούν να λύσουν τα μυστήρια της ιστορίας παραμένοντας παθητικοί παραλληλίζοντας τον Παπαφλέσσα και την μάχη στο Μανιάκι με τα επίκαιρα τεκταινόμενα. Το όποιο ελληνικό χαρακτηριστικό της συγκεκριμένης οικογένειας είναι ρούχο με το ζόρι φορεμένο και αν υπάρχει κάτι που το καθιστά σχετικά βολικό είναι τα πολλά κοινά δεινά που χαρακτηρίζουν τις δυτικές κοινωνίες, ομογενοποιώντας τις οικογενειακές παθογένειες.
Η μια και μοναδική πρωτοτυπία που χαρακτηρίζει την ελληνική εκδοχή είναι η  ανόητη, άτεχνη και απάνθρωπη,  που δεν θα περνούσε απ’ το μυαλό και του πιο ατάλαντου Αμερικανού σεναριογράφου, το σκοτεινό εύρημα του πατέρα να αποκαλύψει στην κόρη πως αυτός και η γυναίκα του σκότωσαν σκόπιμα το ανάπηρο εγγόνι τους για να την απαλλάξουν από το βάρος της ευθύνης του ώστε να φύγει τους απ’ το σπίτι, έστω  μισώντας τους γονιούς της, απελευθερωμένη όμως για να μπορέσει να αναζητήσει τις φιλοδοξίες της που δεν είναι άλλες από το να καταλήξει κι αυτή να κάνει δεύτερη φωνή στην Άννα Βίσση.
Μοναδική δευτερολέπτων τρυφερή και γνήσια η σκήνη το αγκάλιασμα των δυο αδελφιών στον καναπέ, σαν να ανταλλάσουν με σπαραγμό και κοινή αλλά τόσο διαφορετική τους μοίρα. Εκεί που, πριν χωρίσουν, μοιράζονται τις αυλακώσεις που άφησε στις ψυχές τους η κοινή γονεϊκή περιπέτεια.
Η σκηνοθεσία του Μαρκουλάκη αμφισβητούμενη, όχι για τις απόψεις που εξέφρασε αλλά για το κατά πόσο βοήθησε το έργο να συντελώντας να διεξαχθεί όπως διεξήχθη. Τελικά δηλαδή παραμένει ως απορία τι έκανε ο σκηνοθέτης σ’ αυτή την παράσταση; Οι ερμηνείες στα μέτρα του αναμενόμενου με την Νένα Μεντή στο ρόλο της μητέρας, να διαχειρίζεται αλλού καλά, αλλού μέτρια το σουμπρετο – δραματο - καρατερίστικο ιδιαίτερο της τάλαντο, δεσπόζουσα ωστόσο στην σκηνή. Ο πατέρας του Γιώργου Ζιόβα, αδύνατος ως ρόλος, άτονος ως ερμηνεία, ατύχησε περισσότερο επιφορτισμένος να διαβάζει και να απαγγέλλει μπροσούρες και κεφάλαια. Η κόρη της Δανάης Σκιάδη, όμορφη και καλλίγραμμη προσπάθησε φανερά, όχι πάντα πετυχημένα, να βαθύνει την επίπεδη διάπλαση του ρόλου της. Ο σύζυγος της Κωνσταντίνος Γαβαλάς, συνεπής στην ωχρή σκιαγράφηση του ρόλου, πρόσθεσε ωστόσο, (από δικού του;) μια βουβής οδύνης υποταγή στην επέλαση των γεγονότων. Ο αρνητικός και ασυμβίβαστος γιός, αντιδραστικός στην πατρική παθητικότητα, περνάει στην άλλη όχθη με μια υπερβολική σκηνικά δυναμική αντίδραση που νομίζω πως αγγίζει τα όρια της καρικατούρας. Και τέλος ο μόνος που φτιάχνει έναν πειστικό θεατρικό χαρακτήρα είναι ο μάνατζερ, επαγγελματίας γητευτής του Γιώργου Σαμόλη δουλεύοντας πάνω στο ρόλο με πρότυπο έναν μεταμφιεσμένο αμοραλισμό έφτασε σε θετικό αποτέλεσμα. Στο σύνολο της μια πινακοθήκη γνωστών τύπων, αλλότριων προτύπων χωρίς ίχνος από την πλούσια εντόπια  κοινωνιογραφία.
Τα εφέ, οι προβολές, τα τερτίπια των ρεάλιτι, περιττά στο θέατρο με συνείδηση, αλλά φαίνεται απαραίτητο θάμβος για τους εθισμένους. Το σκηνικό ούτε συμβολικά ούτε αισθητικά πρόσφερε το παραμικρό, αντίθετα ενόχλησε η ίσως δεν έχω την οξυδέρκεια να κατανοήσω γιατί θα πρέπει να δούμε το έργο μέσα σ’ ένα γιαπί;

Γιώργος Χατζηδάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια: