Κυριακή, 25 Σεπτεμβρίου 2011

Ωραίο θέαμα πολλαπλών σημάνσεων



Dance me to the end of Greece #1: Ξένοι περιηγητές στην Ελλάδα

Όπως και να το χαρακτηρίσουμε, είτε performance το πούμε, είτε προχωρημένο αναλόγιο, είτε αλληλουχία θεατρικών επινοήσεων, αναμφισβήτητο παραμένει πως το θέαμα που παρακολουθήσαμε στον προαύλιο χώρο του Αρχαιολογικού Επιγραφικού Μουσείου, στην οδό Τοσίτσα ήταν ένα αποτέλεσμα υψηλής ποιότητας και μια σύνθεση παραγωγικής φαντασίας. Ωστόσο όλο αυτό το ευφυές πλέγμα των καμωμάτων δεν εμπνέονταν πάντα απ’ την οργανική αναγκαιότητα των κειμένων. Δεν ήταν αυτό καθαυτό το περιεχόμενο του λόγου που γεννούσε τις εμπνεύσεις, τους σχηματισμούς και τις στάσεις των ηθοποιών, ήταν απλώς ένα στόλισμα, μια θεατρική γιρλάντα που κάποιες φορές κατόρθωνε να φτάσει ως το σχόλιο. Δεν υπέβαλε στον θεατή. Η σκηνοπραξία ακουμπούσε πολύ χαλαρά στο συμπίλημα των ταξιδιωτικών εντυπώσεων των ξένων περιηγητών και μόνο σε πολύ λίγες στιγμές ερεθιζόταν απ’ τα διαλαμβανόμενα, διατηρώντας τις πιο πολλές φορές μια εικονοποιητική ανεξαρτησία. Αυτό δεν ωφειλόταν σε αναπάρκεια η παρεξήγηση, φαινόταν καθαρά πως αποτελούσε σκηνοθετική άποψη, να μην επηρεαστεί δηλαδή και να μην επηρεάσει κι έτσι περιορίστηκε σε κινησούλες, περασματάκια, στησίματα, χειρονομίες, εκφράσεις (μούτες) και σατιρισμούς.

Όταν ο ηθοποιός Σαμψών Φύτρος από αποστασιοποιημένος αφηγητής μεταμορφώθηκε σε πρόσωπο πάσχον, όταν καταλήφθηκε από τον μανιακό οίστρο του Αβά Φουρμόντ («Τα ισοπέδωσα όλα, τα ξεθεμελίωσα όλα… Από την Σπάρτη δεν απόμεινε λίθος επί λίθου») όταν δηλαδή το άνευρο θέαμα έγινε θέατρο, οι θεατές ανακάθησαν στις καρέκλες τους. Αισθάνθηκαν πως είχαν κληθεί εκεί για να συμμετάσχουν. Το περιεχόμενο όλων αυτών των χρονικών, λίγο πολύ είναι γνωστό σε όλους μας. Το πεντάτομο του Κυριάκου Σιμόπουλου «Ξένοι περιηγητές στην Ελλάδα» πούλησε πολλές δεκάδες χιλιάδες αντίτυπα και εκτός αυτού πολλά μεμονωμένα αποσπάσματα και του Μπάιρον, και του Φουρμόντ και του Σατομπριάν και του Άντερσεν και της συζύγου Έλγιν έχουν δημοσιευθεί πολλές φορές ώστε η ανακοίνωση τους να μην είναι ο κύριος σκοπός της παράστασης. Κατά τη γνώμη μου ήταν απαραίτητο μεγαλύτερο ποσοστό θεατρικότητας, ψυχικής συμμετοχής ηθοποιών και θεατών στο δρώμενο και όχι η ψύχρα της διάλεξης.

Έχω ακόμα να προσθέσω πως η ανέμελη και γι αυτό κυνική, η βρετανική αναισθησία που έβγαινε από το υποκριτικό ύφος της Φρόσως Ζαγοραίου ως κα Έλγιν, ακριβώς επειδή αυτό το στοιχείο ενοχλούσε, λειτουργούσε στο θυμικό του θεατή. Εξαιρετική ηθοποιός η Ελένη Ευθυμίου και στα τραγούδια της αξιοθαύμαστη. Στοιχείο γοητευτικό τα τραγούδια στη συνολική εντύπωση, έχω ωστόσο μια ουσιώδη παρατήρηση να προσθέσω. Για το ανεπαίσθητο, το φευγαλέο στιγμιότυπο, που τραγουδήθηκε α καπέλα ένα τετράστιχο από ένα ελληνικό παραδοσιακό, άλλαξε το κλίμα. Οι περιγραφές του τόπου, τα ονόματα των περιοχών, οι αναφορές στους κατοίκους αυτής της χώρας, έστω και μυκτηριστικές, πήραν μια ζεστή αίσθηση ιθαγένειας. Η επιλογή των τραγουδιών μπορεί να υπογράμμιζε το αλλότριο ήθος αλλά και το μέλος της παράδοσης απαιτούνταν για να γεωγραφηθεί ο τόπος.

Με εμφαντικές ερμηνείες των διάφορων ρόλων τους οι Θέμης Μητρόπουλος και Θοδωρής Σκυφτούλης συμπλήρωναν το κουιντέτο των πολύ καλών εκτελεστών που ολοκλήρωνε την εντύπωση της υψηλής στάθμης, υπάκουο στη μπαγκέτα της Κυριακής Σπανού, που συνέθεσε και σκηνοθέτησε το θέαμα. Μαζί με τους επαίνους προς όλους, συμπεριλαμβανομένων και των δημιουργών των υπαινικτικών σκηνικών και κοστουμιών Απόστολου - Φωκίωνα Βέττας, Ολυμπίας Σιδερίδου και Μάρθας Φωκά, της ατμοσφαιρικής μουσικής του Κώστα Βόμβολου, είναι απαραίτητο να συγκατανεύσουμε στο ιδεολογικό επίγραμμα πως το θέμα που παρακολουθήσαμε αναφερόταν «στον τρόπο που γνωριστήκαμε με την Ευρώπη, την εκατέρωθεν στρέβλωση της εθνικής μας ταυτότητας και η συγκεχυμένη ιδέα της αυτογνωσίας μας που μας ακολουθεί μέχρι σήμερα», όπως γράφει η σκηνοθέτης. Προσθέτοντας απαραιτήτως πως οι ξένοι ποτέ δεν μας άφησαν ανεπηρέαστους για γνωρίσουμε εαυτούς και αλλήλους, να εκτιμήσουμε την ιστορία και την παράδοση μας και τις μαρτυρίες της μαρτυρικής πορείας μια φυλής με πανάρχαιες ρίζες. Κοντολογίς αυτό που είδαμε ήταν μια παράσταση με αξιέπαινες προθέσεις, και όπως σημείωσα στην αρχή ένα πολύ καλό καλλιτεχνικό αποτέλεσμα, με μερικές ίσως επιφυλάξεις στην άποψη και με λίγη ασάφεια στους στόχους της

Γιώργος Χατζηδάκης

Σάββατο, 10 Σεπτεμβρίου 2011

Περί Ύδρας, θεατρικού αναλογίου και Μπουμπουλίνας


Μάγδα Μαυρογιάννη



Πρωταρχικό ενδιαφέρον του παρόντος ιστότοπου είναι η τέχνη του θεάτρου και μ’ αυτήν ο υπογραφόμενος καταγίνεται παντοιοτρόπως. Απ’ το θεατρικό στοιχείο και όχι από το μουσικό προσελκύσθηκα και επισκέφθηκα το Hydra classical music festival 2011 που διεξάχθηκε στην Ύδρα, στο χώρο του Ιστορικού Αρχείου- Μουσείου Ύδρας. Αξιέπαινη για τέτοιες πρωτοβουλίες ο ομάδα specs ‘n arts. Το πρόγραμμα της συγκεκριμένης εσπέρας (7/9) περιλάμβανε λυρικά τραγούδια και δραματοποιημένη αφήγηση κειμένων με θέμα την πασίγνωστη ηρωική μορφή της θρυλικής Μπουμπουλίνας. Η δραματοποιημένη αφήγηση συμπλεγμένη με τραγούδια Ελλήνων και ξένων συνθετών και με συνοδεία πιάνου παρέπεμπε σ’ ένα τυπικό θεατρικό αναλόγιο που κατά την φαντασία του σκηνοθέτη αφηγητή παίρνει μορφές και θεατρικότητα. Με έλκουν ιδιαίτερα τα θεατρικά αναλόγια γιατί προσφέρουν απεριόριστες δυνατότητες και ελευθερίες στο σκηνοθέτη να εφαρμόσει πολλές εμπνεύσεις ενάντιες στα δέοντα ενός θεατρικού έργου.

Έχοντας στον προσωπικό μου λογαριασμό πολλά αναλόγια, που οργάνωσα σκηνοθετικά για λογαριασμό του Τρίτου Προγράμματος, (κάποια απ’ αυτά στο αίθριο του Ζαππείου) με αναμείξεις κειμένων και μουσικής, ως και πολύ πρόσφατα το αναλόγιο με το ινδικό έπος «Νάλας και Νταμαγιάντι» από την Μαχαμπχαράτα , με παρενθέσεις ινδικών τσάκρας από sitar , έχω μακριά και δυνατή προσωπική σχέση με το είδος και ενδιαφέρον αδιάπτωτο.

Το τελευταίο διάστημα σε πρόσφορες ευκαιρίες, πολλοί ευφάνταστοι σκηνοθέτες μας έχουν προτείνει ευφυείς εμπνεύσεις μέσα στα πλαίσια του αναλογίου, άλλοτε με τολμηρές κινησιολογίες, θεατροποιήσεις , ενδυματολογικές λύσεις και εικαστικές συμπλέξεις. Το θεατρικό αναλόγιο ευνοεί τις πολύμορφες συμμετοχές και ενθαρρύνει τις τεχνολογικές αναμείξεις. Μια ενδιαφέρουσα άποψη αναλογίου είδαμε πέρυσι στο Φεστιβάλ Αθηνών, μ’ ένα κείμενο του Χειμωνά σκηνοθετημένο από τον Τάκη Τζαμαριά, ενώ έχει πια θεσμοθετηθεί το αναλόγιο με την ανάγνωση άπαιχτων νεοελληνικών θεατρικών έργων που παρουσιάζει κάθε χρόνο το Εθνικό θέατρο, με την επιμέλεια της Σίσσυς Παπαθανασίου και όπου επιδίδονται πλήθος σκηνοθετών. Με όλα αυτά κατά νου ανέβηκα τα σκαλιά του Ναυτικού Μουσείου Ύδρας.

Κατ’ αρχήν είδα με κατάπληξη την μεγάλη αδιαφορία προσέλευσης. Δέκα άτομα κι αυτά με το ζόρι. Φεστιβάλ Ύδρας με την απουσία κάθε τοπικού παράγοντα. Καλά δεν έχει δήμαρχο αυτός ο τόπος; Δεν έχει δημοτικούς συμβούλους; Δεν έχει λιμενικούς παράγοντες. Δεν έχει αριστοκρατία; Δεν έχει έναν πολιτιστικό Σύλλογο; Τέτοια ένδεια και ορφάνια ο πολιτισμός; Καλός ο τουρισμός και η κοσμική επιφάνεια αλλά ένα φεστιβάλ Ύδρας χωρίς την παραμικρή τοπική συμμετοχή; Αδιανόητο.


Ας επικεντρωθούμε στο στόχο μας. Αναλόγιο; Καθόλου. Ούτε κατά διάνοια. Μια σειρά λυρικά άσματα, τονισμένα από Έλληνες και Φιλέλληνες συνθέτες πάνω σε θέματα για την Επανάσταση του 21, εκτελεσμένα από την σοπράνο Μάρθα Αράπη που την συνόδευε στο πιάνο ο Δημήτρης Γάκας. Εξαιρετικές εκτελέσεις με την παρατήρηση πως ήταν απαραίτητο να πριν από κάθε κομμάτι να αναγγέλλεται ποιος ο ποιητής και ποιος ο συνθέτης. Παράλειψη ουσιώδης που μετέβαλλε τις εκτελέσεις σε ένα ενιαίο αδιαχώριστο άκουσμα. Παρενέβαινε ωστόσο η αφηγήτρια με τρόπο ήπιας απαγγελίας, χωρίς το παραμικρό θεατρικό αίσθημα , να μας εξιστορεί αποσπασματικά τον βίο της Μπουμπουλίνας Λασκαρίνας με την γλαφυρότητα μιας Εγκυκλοπαίδειας. Ο χαρακτηρισμός δραματοποιημένη αφήγηση έμεινε απολύτως ακάλυπτος. Η πολύ καλής εμφανίσεως Μάγδα Μαυρογιάννη διάβαζε (με σκοντάμματα κάποιες άτυχες στιγμές) ένα κείμενο πατριωτικής εμπνεύσεως, πλήρες επιθέτων, (ακόμα και «ηλιοκαμένη κόρη της θάλασσας» αποκαλέσθηκε, η Μπουμπουλίνα, επίθετο αντιγραμμένο από βιογραφία της στο ιντερνετ) κατάλληλο για σχολική γιορτή της 25ης Μαρτίου, με απόλυτη ορθοφωνία χωρίς καμιά προσπάθεια υποβολής.

Η πλημμυρική προσωπικότητα της κυριαρχημένης από χίλια πάθη Μπουμπουλίνας, με τον τρικυμιώδη βίο, που θα μπορούσε να γίνει θέμα εξαιρετικό στη γραφίδα κάποιου δραματουργού, έμεινε ένα αδρανές, στεγνά πληροφοριακό «μπουρουμπούρου». Αστείας εμπνεύσεως θεωρώ τα μετακινητικά επινοήματα της αφηγήτριας. Θέλοντας να ποικίλει σε στάσεις από κείμενο σε κείμενο, άλλαζε θέσεις ώσπου σε μια φάση γύρισε τα οπίσθια της στο κοινό, στραμμένη απολύτως στον μεγαλειώδη είν’ η αλήθεια και εντυπωσιακό απολύτως αξιοθέατο βράχο που δεσπόζει σ’ όλη την ανατολική πλευρά της ταράτσας του Μουσείου. Να το εκλάβουμε αυτό σαν μια τολμηρή σκηνοθετική έμπνευση;

Γιώργος Χατζηδάκης