Σάββατο, 26 Μαΐου 2018

Ανάσα η Αγάπη Μανουρά



Γεωργίου Βιζυηνού :                                                                        Το αμάρτημα της μητρός μου                                              Πολυχώρος Vault




Αναμφισβήτητα πρόκειται για σκηνοθετική επιταγή, αυτό γίνεται με μιας κατανοητό απ΄ τον θεατή έστω κι αν δεν μπορεί να δικαιολογήσει μια τόσο αντιθεατρική εκφορά ενός μακροσκελούς κειμένου και μάλιστα σε γλώσσα εν πολλοίς δυσπρόσιτη. Ας προχωρήσω σε μια πολύ σύντομη περιγραφή της σκηνής και της ακουστικής εντύπωσης για να φέρω τον αναγνώστη στη θέση του θεατή της συγκεκριμένης παράστασης. Ζοφερό ημίφως, Ένας κάποιος σε θέση μετωπική κάθεται σ’ ένα γραφειάκι ακίνητος και εκφέρει ένα κείμενο. Η εκφορά του είναι αφ’ ενός μονότονη και ισότονη, δεν έχει καμιά διακύμανση, χρωματισμό, ποικιλία αφ’ ετέρου είναι διακεκομμένη άτακτα. Μπαίνουν μπάρες σε σημεία ασυνάρτητα, ο ήχος της φωνής είναι τραχύς, γρατσουνιστός, δεν χρωματίζει νοηματικά, δεν παράγει κανένα αίσθημα, δεν υποβάλλει καμιά διάθεση, ανησυχία, οδύνη, φρίκη, σπαραγμό τίποτα.. Το πρόσωπο του ηθοποιού (Θεμιστοκλής Καρποδίνης )  απαθές με μια γκριμάτσα, η ίδια πάντα που επανέρχεται κατά διαστήματα, με την αποκάλυψη της πάνω γνάθου σε απειλητικό μορφασμό. Όλο αυτό αναλλοίωτο σε μια διάρκεια μισής ώρας. Απαράλλακτο. Η δυσφορία διαδέχεται την απορία. Ο θεατής σκέπτεται πως όλο αυτό το επανάτευγμα δεν μπορεί να είναι απλώς αποτέλεσμα μιας υποκριτικής ανεπάρκειας, μιας κακοτεχνίας ενός ατάλαντου ηθοποιού, μιας κακώς αφομοιωμένης διδασκαλίας. Ακόμα και οι πιο απονήρευτος καταλαβαίνει πως εξήγηση για όλο αυτό το σκηνικό μηχάνευμα είναι το άλλοθι μιας μικρής ευτυχώς κατηγορίας σκηνοθετών που από ανεπάρκεια την καθιέρωσαν ως δήθεν «άποψη».



Άποψη λοιπόν αυτό που σας περιέγραψα. Μα είναι άτεχνο. Είναι αποτρεπτικό. Δεν είναι καν θέατρο. Ναι, αλλά είναι ά π ο ψ η. Επ’ αυτού ο σκηνοθέτης Δήμος Αβδελιώδης δηλώνει  ότι : « Προτείνει με τις παραστάσεις του έναν ανανεωμένο και μοντέρνο τρόπο θεατρικής έκφρασης που στηρίζεται στη διαύγεια και την σαφήνεια του νοήματος χωρίς στοιχεία πειραματισμού» . Επί λέξει. Η φράση από μόνη της δεν βγάζει νόημα αν μάλιστα συνδυαστεί με την παραπάνω περιγραφή εγκαταλείπω τη λέξη σύγχυση και αναζητώ μια ακριβέστερη. Αλλά το δηλώνει και ο ίδιος. Άποψη ! Τώρα πόσο επιτρεπτή και δικαιωμένη άποψη είναι να εκφέρεται σε βαθμό τσαλαπατήματος, περιφρόνησης και αναισχυντίας ένα τέτοιο κείμενο, ένα τιμαλφές της λογοτεχνίας μας, ένα συνοριακό φυλάκιο της πλούσιας γλωσσικής μας περιπέτειας ας μην το κρίνω. Ας επιστρέψω στον αυτουργό και στο δημιούργημα του.  Πνευματικός άνθρωπος και καλλιτέχνης θεωρούμενος ας προβεί ο ίδιος σε κριτική για το αποτέλεσμα του πονήματος του. Να μην αγνοηθεί πως το συγκεκριμένο διήγημα του Γεώργιου Βιζυηνού είναι μια σπαρακτική μαρτυρία ενός οδυνηρού συμβάντος που αναμφισβήτητα αυτό οδήγησε τη μάνα του στην παράνοια αλλά συν τοις άλλης και τον ίδιο στην παραφροσύνη. Σφραγίδα ευδιάκριτη πάνω στο βίο του. Μαρτυρία πως ένα τόσο τραυματικό γεγονός της νεανικής ζωής και συνοδευόμενο από ψυχοπάθεια της μάνας του είναι αναμφισβήτητα κάτι που έβαλε και τον ίδιο στην διαταραγμένη του κατάληξη.



Μέρος δεύτερο. Η μάνα. Από ένα σημείο αυτής της σκοτεινής αρχικής διάρκειας ένα ελαφρό φώτισμα δειλά διαφαίνεται. Υποτίθεται πως το κείμενο μας έβαλε αρκετά στην υπόθεση (αλίμονο μας αν δεν ξέραμε λεπτομερέστατα το κλασικό αυτό κείμενο) η σκηνοθετική σύλληψη μάς εμφανίζει αρχικά τα χέρια την μάνας. Σε λίγο περισσότερο και την φιγούρα της στο σύθαμπο. Με μιας η αίσθηση αλλάζει σαν ακούγεται η φωνή της. Ένα αίσθημα εισέβαλε στη σκηνή. Φωνή σε τονισμούς γλύκας, στοργής, πόνου, τρόμου, απόγνωσης. Εδώ η «Άποψη» τα βρήκε σκούρα. Πώς να διαστρεβλώσεις, πώς να εγκιβωτίσεις σε μια συσκευασία αυτό το παλλόμενο πλάσμα, την ψηλόλιγνη φιγούρα της ηθοποιού που κρατάει το μέρος της μάνας, αυτή της τραγικής γυναίκας αυτουργού ενός ακούσιου ανόσιου κακού. Φάνηκε καθαρά πως ούτε ο πρώτος ηθοποιός της αφήγησης, ούτε και η Αγάπη Μανουρά που ανέλαβε τον ρόλο της μάνας αφέθηκαν να εκφράσουν το υποκριτικό τους αίσθημα ελεύθερο. Το αγόρι ωστόσο υποτάχθηκε απόλυτα, με  αποτέλεσμα αυτό που περιέγραψα παραπάνω, το κορίτσι όμως δεν γινόταν να υποταχθεί όχι μόνο από δική της ανεξάρτητη φύση αλλά από την αναγκαιότητα που της εξασφάλιζε ο ίδιος ο ρόλος. Ο πρώτος είχε μεγάλο αφηγηματικό μέρος κι έτσι καπελώθηκε απ’ τον ανανεωμένο και μοντέρνο τρόπο θεατρικής έκφρασης, (;) δηλαδή την αβδελιώδια άποψη, η άλλη όμως έχοντας μια πλούσια κοχλάζουσα ιδιοσυγκρασία, συναντήθηκε με τα πάθη της ηρωίδας και ξεχείλιζε απ’ τα κάγκελα που φανερά προσπαθούσε να την περιφράξει ο σκηνοθέτης. Λυγίσματα στη φωνή, ανεπαίσθητες κινήσεις στο κορμί και στα χέρια, κλίσεις του κεφαλιού στις εμφάσεις του λόγου κατάφερνε να ξεφεύγει απ’ τα δεσμά της αφαιμαγμένης στείρας άποψης.



Έχει τύχει να δω το διήγημα αυτό τέσσερις φορές θεατροποιημένο, πριν απ’ την  παράσταση που παρακολούθησα στο Vault. Διαμετρικά διαφορετικές μεταξύ τους οι απόψεις των παραστάσεων και οι λύσεις των σκηνοθετών. Με τρόπο αλλιώτικο οι προσεγγίσεις των προηγούμενων και διαφορετικά δραματοποιημένο το εμβληματικό αυτό διήγημα. Καμιά δεν την χαρακτήριζε τέτοια στεγνότητα, τόση έλλειψη ποίησης, μυστικισμού, εμμονής, ενοχής, απελπισίας και γενικά θεατρικότητας και ευαισθησίας, όσο τούτην εδώ του Αβδελιώδη. Και όσον αφορά την ερμηνεία της μάνας έχω εκφραστεί με ενθουσιασμό και για την Άννα Κοκκίνου, και για την Νεκταρία Γιαννουδάκη και την  και την Μαρία Ζαχαρή, αλλά είμαι πολύ διστακτικός να τις θεωρήσω ανώτερες σε επίπεδο ερμηνείας και σκηνικής παρουσίας, καλύτερες από της Αγάπης Μανουρά. Σ’ ένα στεγνό, άνυδρο και αποψιλωμένο θέαμα η παρουσία της, οι τόνοι, οι παθητικές αφηγήσεις της, τα γλιστρήματα του λογικού της και το ασήκωτο βάρος της ενοχής και πάνω απ’ όλα το θέαμα μιας θωριάς ξωτικού ήταν ότι αισθαντικότερο μπορούσε κανείς να περιμένει από μια ηθοποιό σ’ αυτό το ρόλο. Απορίας άξιο γιατί δεν την βλέπουμε συχνότερα και σε αξιότερες επιλογές.

Γιώργος Χατζηδάκης

ΥΓ. Η δυσανεξία της παραγωγής χαρακτηρίζεται και από έλλειψη φωτογραφιών..

Δεν υπάρχουν σχόλια: