Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

Σπαράγματα αμερικάνικου ονείρου


Σαμ Σέπαρντ : 


Fool for Love                                                                                                    


Θέατρο Άλμα. -




Ο κριτικός πηγαινοφέρνει στη μνήμη του μπρος πίσω το έργο που παρακολούθησε. Το στριφογυρίζει από δω κι από κει. Το σκέφτεται και το διατρέχει μερικές φορές, θυμάται και ξαναθυμάται την παράσταση κι ύστερα  απομονώνεται στο έργο. Απ’ το ανάδεμα του κειμένου σταματάει σε δυο σημεία που προεξέχουν. 
Η παρουσία του πατέρα είναι το ένα, του πατέρα που είναι παρών  και εντίθεται μονολογώντας αλλά είναι έξω απ’ τη δράση, σαν μια ανεξάρτητη παρουσία, σαν αόρατος απ’ τα πάσχοντα πρόσωπα, σαν αερικό που όμως αντιδρά και διαλογίζεται και σχηματίζει τον χαρακτήρα του. Αργότερα θα υλοποιηθεί, θα συμμεθέξει στη σύγκρουση. 
Το άλλο αξιοσημείωτο στοιχείο είναι η απόσταση, η συμβολική έρημος Μοχάμπι, τα  400 μίλια που παρεμβάλει ο συγγραφέας εκτοπίζοντας το περιστατικό του σε ένα χώρο που θα μπορούσε να είναι σημείο υπερβατικό, μακριά από ένα περιβάλλον πραγματικότητας, αυτό το διάστημα που διασχίζει ο Έντυ για να βρεθεί κοντά στη Μέη. 
Ενθουσιάζεται ο κριτικός με το εύρημα και πιο πολύ όταν οι διώκτες του Έντυ, διασχίζοντας την ίδια διαστημική απόσταση τον βρίσκουν, τον πολιορκούν, τον διεκδικούν και επιχειρούν να τους σκοτώσουν. Ποιοι είναι αυτοί; Είναι ο κόσμος του Έντυ, που ο καθένας μπορεί να τον αναγνωρίσει με τα δικά του μάτια.  Είναι μια γκόμενα, κορίτσι της πασαρέλας και κατ’ επέκταση του ημικόσμου, του σινεμά και των εξωφύλλων, που τον κυνηγάει μ’ ένα πιστόλι στο χέρι για να τον φέρει στην πραγματικότητα; Η μήπως είναι οι συνένοχοι του ή αντίπαλοι, είναι ίσως πιστωτές που τους χρωστάει; Το αναμφισβήτητο είναι πως αυτοί που έρχονται  θέλουν να τον αναγκάσουν να επιστρέψει εκεί απ’ όπου ξέφυγε για να βρεί τη Μέη.


Δυο στοιχεία ποιητικής ελλειπτικότητας


Αυτά τα δυο στοιχεία, το πρόσωπο του πατέρα, ο Όλντμεν, με την περιοδική παρουσία του σαν ψηφιακό ολόγραμμα, και το σημείο που ζει η Μέη,  ένα δωμάτιο ενός μοτέλ χαμένου σε απροσδιόριστη ερημιά, σε τόπο υπερβατικό είναι που δεν δίνουν στο έργο μια εξωπραγματική αίσθηση; Έχουμε λοιπόν να κάνουμε μ’ ένα έργο σχεδιασμένο σ’ ένα ποιητικό φόντο. Ο κριτικός νοιώθει τώρα πως μπορεί να σταθεί πιο σίγουρα για τα συμπεράσματα του. Το έργο του Σαμ Σέπαρντ «Fool for Love» είναι ένα έργο ακρότατα ρεαλιστικό, σκαλισμένο με σμίλη αδυσώπητη πάνω στη συμπαγή επιφάνεια ενός ποιητικού συμβολισμού. Αν ο κριτικός θυμάται καλά, κι απ’ όσα ξέρει, ούτε ο ίδιος  συγγραφέας, μας έχει δώσει άλλο κάτι παρόμοιο αλλά και ολόκληρη η αμερικάνικη δραματουργία δεν παρουσίασε ποτέ ανάλογο συνδυασμό. Ο Φώκνερ, για παράδειγμα, επιτρέπει συμβολισμούς αλλά σε έργα απολύτως ρεαλιστικά. Αυτό είναι ένα ακόμα συστατικό του Fool for Love που πυκνώνει τη σύνθεση του μάγματος. Η κυρίαρχη όψη ωστόσο είναι ένας  ρεαλισμός ωμός και βίαιος.

Πάθος δαιμονικό 

Πάθος ανεξέλεγκτο, απεγνωσμένο, δαιμονικό  περιτυλίγει και το αγόρι και το κορίτσι, σαν το τέρας του Λαοκόοντα και τους περισφίγγει. Η ευτυχία τους παλεύει με την ενοχή του ανόσιου, προσπαθούν να αντισταθούν, απομακρύνονται , κρύβονται, βάζουν ανάμεσα τους αναχώματα άλλους ανθρώπους σαν μονωτικά στο μαγνητισμό, βάζουν αποστάσεις, ερήμους ολόκληρες για να κομματιάσουν το μαγνάδι μα τίποτα δεν πετυχαίνει. Αυτή για να ξεκόψει καταφεύγει σε ένα μακρινό τόπο αλλά αυτός τη βρίσκει. Το αντάμωμα είναι βίαιο, οργισμένο, παθιασμένο, ορμητικό, ουρλιάζουν, συγκρούονται, χτυπιούνται, σφαδάζουν, λατρεύονται και μισιούνται. Φθάνουν πολύ κοντά στο φόνο και την αυτοκτονία. Τι λογής είναι αυτό το πάθος ο κριτικός δεν μπορεί να αποφανθεί.

Η Παράσταση
Η παράσταση που παρακολούθησα στο θέατρο «Αλμα» και που αποτελεί το ερέθισμα για όλα τα παραπάνω ήταν μια εξαιρετική παράσταση. Μεταχειρίζομαι το επίθετο «εξαιρετική» καταχρηστικά και με την έννοια της πολύ καλής θεατρικής δουλειάς αφού δεν έχω να την εξαιρέσω από τίποτα σχετικό δεδομένου πως την ταινία δεν την θυμάμαι και τα δυο προηγούμενα ανεβάσματα του έργου από άλλους θιάσους σε περασμένα χρόνια δεν τα είχα δει.


Κάπου πιο πίσω, μακριά σε τόπο και χρόνο υπάρχει μια κοινωνία που παράγει άτομα σαν τους ήρωες, μια κοινωνία ξεχαρβαλωμένη με ιδανικά όπως μια εξακύλινδρη Pontiac, μια κοινωνία που έχει τραφεί με τη μυθολογία  του Χόλιγουντ κι έχει στηθεί στους πόθους μιας Ντόλυ Παρτον, μια κοινωνία που ηρωοποιεί τον βίαιο άνδρα, τον νταή, τον πιστολά, τον κατακτητή γυναικών, τον πότη, τον αδέσμευτο από κανόνες ισορροπίας και παραβάτη κάθε ηθικής αξίας, τον αδιάβροχο από κάθε αίσθημα. Αυτός είναι ο αξονικός ρόλος του πατέρα, του Old Man στο έργο, του σπορέα όχι στο βιολογικό επίπεδο μόνο αλλά στο αναπαραγωγικό της νοοτροπίας, της φιλοσοφίας, της στάσης απέναντι στο κόσμο και στον άνθρωπο. Αυτός είναι ο χρυσοθήρας του αμερικάνικου ονείρου που μόνο επιδίωξε να πατήσει το πεντάλ ενός δυνατού και μεγάλου αυτοκινήτου,  να πιάσει τις μεγάλες ταχύτητες και να ονειρεύεται πιωμένος τα τορνευτά κορμιά μυθικών γυναικών και να ξεγελιέται με πρόθυμες γυναίκες,  θύματα  κι αυτές παρόμοιων ψευδαισθήσεων που ναυαγούν παρέα συμπαρασύροντας τα παιδιά που απόκτησαν.


Στην περίπτωση του δικού μας Ολντμεν ξεπερνάει σε ξέφρενο καλπασμό τις σταθερές, σπάει τα διαζώματα των κοινωνικών στάνταρ, σχηματίζει δυο οικογένειες, αποκτάει δυο πόρτες, δυο σπιτικά και δυο παιδιά. ένα αγόρι κι ένα κορίτσι, τον Εντυ και τη Μέη. Και από δω ο συγγραφέας αρχίζει το χτίσιμο της ποιητικής του τραγωδίας που θα πεί πως βάζει να συγκρούεται η ιστορική ανάγκη με το υπαρξιακό κίνητρο. Ναι, το έργο είναι μια ατόφια τραγωδία με όλα τα στοιχεία δυνατά και όρθια. 
Τα δυο αδέρφια ερωτεύονται. 






Κι αυτό επειδή καθένας το καταλαβαίνει διαφορετικά ανάλογα με τις εμπειρίες, την ιδιοσυγκρασία και την νοοτροπία του. ανάλογα με την ανατροφή του η με τις αντιλήψεις του. Υπάρχει και το άλλο. Δεν ξέρουμε ποια είναι η αυθεντική σύλληψη του συγγραφέα. Ανάμεσα σε μας και σε κείνον μεσολαβεί η μετάφραση, η σκηνοθεσία και η πληροφόρηση που έχουμε από την αλλοιωμένη οπωσδήποτε κινηματογραφική εκδοχή. Το σενάριο, έστω και απ τον ίδιο το συγγραφέα προσαρμοσμένο, υπακούει στις αναγκαιότητες μιας άλλης λογικής. 
Για το θεατρικό γράφτηκαν πολλά και διάφορα σχετικά με το πάθος που συνέχει τα δυο αδέλφια. Κάποιος το είδε σαν μια καταδικαστέα παρεκτροπή κι ένας άλλος έβγαλε συμπέρασμα πως ο γιός ακολούθησε το πρότυπο του πατέρα κι ανοίχτηκε κι αυτός σε πολλαπλές σχέσεις και έρωτες. Αν πρέπει και καλά να έχω μια γνώμη νομίζω πως ο Σέπαρντ μας επισημαίνει πως το ζωώδες και συνάμα το θεϊκό της ανθρώπινης υπόστασης, τιθασεύονται σε νόμους κανόνες και φραγμούς και κώδικες αξιακούς ως ένα σημείο και πως σε κάποιες κορυφαίες στιγμές σπάνε τα υδατοφράγματα και τα πάθη ξεσπάνε ορμητικά. Ο Έντυ κυριευμένος από ένα τέτοιο μοιραίο πάθος δε θα σταματήσει να αναζητάει τη Μέη κι αυτή όσο κι αν κρύβεται δεν θα πάψει να εύχεται να τη βρεί γιατί και η δική της ύπαρξη έχει την ανάγκη του.


Αν στο μέλλον κάποια απ’ τις ολοκληρωτικές καταστροφές που αναμασάει  αδιάκοπα η βιομηχανία του κινηματογράφου, εξαφανίσει ολοκληρωτικά κάθε στοιχείο του σημερινού πολιτισμού και σε έναν σπασμό του γήινου φλοιού ξεπεταχτεί αυτό το κείμενο του Σέπαρντ, θα μπορέσει ο άνθρωπος του μέλλοντος να σχηματίσει μια ιδέα για τον κόσμο που ενέπνευσε τον συγγραφέα, τα ήθη και τα αισθήματα που περιγράφει, τα πάθη που τον κυριαρχούν και τον ψυχισμό που καθορίζει την συμπεριφορά του; Πιθανόν, εκτός εάν στο μεταξύ η ανθρωπότητα έχει τόσο πολύ χαθεί μέσα σε χαώδεις θεωρητικοποιήσεις που αναπόφευκτα θα έχει απομακρυνθεί από του αντικείμενο της που είναι το θαύμα των ανθρώπινων παθών.



Ωστόσο δεν διστάζω να θεωρήσω πως η σκηνοθεσία και οι ερμηνείες των ηθοποιών τούτης της εκδοχής ήταν τέλειοι και θα με εξέπληττε αν οι συνάδελφοί τους που έπαιξαν τους ίδιους ρόλους παλαιότερα θα ήταν καλύτεροι. Η σκηνοθεσία του Γιώργου Οικονόμου είχε μέτρο και ξετύλιξε το έργο με αίσθημα αν και το αμερικάνικο ήθος που σχολαστικά «φορέθηκε» απομάκρυναν τον αέρα  της οικουμενικότητας που αποπνέει το έργο κι ακόμα πως η βιαιότητα η μάλλον η διάρκεια της βιαιότητας, καπέλωνε σε κάποια σημεία την δραματουργία.


Ωστόσο δεν ήταν άστοχη η μεταφορά της ατμόσφαιρας του θρίλερ και οι πιστολιές που πέφτουν απ’ τους διώκτες του Έντυ, γιατί έτσι γίνεται σαφέστερος ο υπαινιγμός προς το γουέστερν μιας και απευθύνεται σ’ ένα κοινό γαλουχημένο από τέτοιες σκηνές. Οι ηθοποιοί άριστοι. Το ζευγάρι αυτής της τραγικής αλληλουχίας έλξης και απώθησης, ο Έντι και η Μέη, παίχτηκε με αξιοθαύμαστη  φυσικότητα. Η υποκριτική αξία σε κορύφωση. Συμμετοχή, ενέργεια, πάθος, δυναμική, σαφήνεια, αρετές αξιοθαύμαστες. Συγχαρητήρια Τζένη Θεωνά και Γιώργη Τσιμπουράκη. Δεν συναντάμε συχνά ηθοποιούς της δικής σας αξίας. Πρόσωπο παρένθετο που δρασκελίζει το χώρισμα του υπερβατικού  ο κηπουρός Μάρτιν του Βασίλη Θεολόγου κρατήθηκε σε μια ισορροπημένη πραότητα, σύνεση κι έδωσε πολύ πειστικά το αίσθημα του ανθρώπου που βρίσκεται απροσδόκητα στη δίνη ενός κυκλώνα. Πολύ καλός. 
Αυτός ωστόσο που προκαλεί θαυμασμό είναι ο Γιώργος Κέντρος, που κατορθώνει να συνθέσει το πρόσωπο ενός ασυνείδητου πατέρα, αποχαυνωμένου από τα δέλεαρ μια καταναλωτικής κοινωνίας, τον κυνηγό άπιαστων φαντασιώσεων, οργισμένο και ταυτόχρονα συμβιβαστικό, θύμα και θύτη, έναν κρίκο μιας αλυσίδας χρεωκοπημένων αξιών, έναν άνθρωπο με σαφή χαρακτηριστικά του τόπου και της εποχής του αλλά απολύτως αναγνωρίσιμο και στον δικό μας σημερινό κόσμο.

Γιώργος Χατζηδάκης



Δεν υπάρχουν σχόλια: