Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

Κατακτήσαμε τα Ιμαλάια αλλά χάσαμε το έργο

Εθνικό Θέατρο – Θέατρο REX

Βίτολντ Γκόμπροβιτς – Οπερέτα.


Ο μαιτρ του εντυπωσιασμού, ο προφέσορας της φαντασμαγορίας, ο πρύτανης της θεαματικότητας κουκούλωσε τον συγγραφέα και το σπουδαίο κείμενο του για να κάνει τα δικά του, σπάταλα και εξοντωτικά. Με την ανευθυνότητα που "έριξε μαύρο" στην Γκόλφω, παραποίησε το εμβληματικό έργο του δραματικού ειδυλλίου και το αφαίμαξε χωρίς λόγο και αιτία, χωρίς ούτε το πρόσχημα μιας ευσταθούς άποψης (που είτε της "Γκόλφως" ήταν το κείμενο, είτε του "Αγαπητικού της βοσκοπούλας", είτε της "Θυμιούλας της Γαλαξειδιώτισσας", ένα και το αυτό) έτσι και τώρα μας τσάκισε με αλλεπάλληλα καμώματα, εντυπωσιακές εμφανίσεις, ομαδικές παρατάξεις και σουρεαλιστικές παρελάσεις, με το μοτέρ του περιστροφικού να φέρνει βόλτα την κορυφή των Ιμαλαΐων, με τους ηθοποιούς να ορειβατούν εξαντλητικά και να τσουλάνε στις τσουλήθρες χαράδρες του υψηλού όρους. Ωστόσο θα είναι μεμψιμοιρία αν αρνηθούμε το εκθαμβωτικό φαίνεσθαι που χαρακτηρίζει τις σκηνές του, τα σύνολα ιδίως, τις θαυμαστές εισόδους και εξόδους, την ποικιλομορφία του στάσιμων και των παρελάσεων, των εμφανίσεων και των αποχωρήσεων που αλλά αυτά όμως είναι που εξουδετερώνουν το κείμενο με τα ανατρεπτικά, μηδενιστικά και αρνητικά του μηνύματα. Θεωρία επισκόπου και καρδία μυλωνά, που λέει κι ο λαός.



Η σκηνοθεσία δεν προβάλλει την καταγγελία του πολυτελούς βίου , του υπερβολικού του ντυσίματος ως την παραμόρφωση, την θεοποίηση του περιττού αντίθετα το επιδεικνύει καμαρωτά. Δεν είδαμε να σαρκάζεται ο παραλογισμός της ενδυματολογίας στη διαδρομή της ιστορίας της ανθρωπότητας, οι ακρότητες που και σήμερα κυριαρχούν και υπολογίζονται σαν αξιολογική διαβάθμιση με τη μόδα να έχει αναδειχθεί σε ουσιώδη παράγοντα σπατάλης και αντιπαραγωγικότητας. Υπήρχε αναμφισβήτητα στις εμφανίσεις των προσώπων του έργου  μια εικαστική απόπειρα να διακωμωδηθούν και να στιγματιστούν αλλά η έγνοια του αισθητικού οράσθαι το υπονόμευε. Οι πιθηκόμορφοι με τα καλοραμμένα κοστούμια, τις μπέρτες και τα άλλα συμπληρώματα έμοιαζαν σαν ευρηματικές κούκλες βιτρίνας ενός φιρμάτου μεγαλομόδιστρου η σαν αριστοκράτες σε χορό μεταμφιεσμένων. Και στις απόπειρες να δειχτεί το στοιχείο της εξαθλίωσης το αποτέλεσμα ήταν να προκύπτει μια καλαίσθητη φιγούρα. Το χειρότερο ωστόσο ήταν η έλλειψη μέτρου, αναλογίας, ισορροπίας τόσο που ασήμαντα ευρήματα, τραγούδια, μουσικές, χοροκινητικά πηγαινέλα να καταλαμβάνουν μεγάλο χώρο και χρόνο στο θέαμα που διέλυε την όποια συνεκτικότητα, έννοια η συμπέρασμα προσπαθούσε να διακρίνει ο θεατής.


Δεν γνωρίζω προσωπικά τον σκηνοθέτη, ούτε έχω κάποια πληροφορία για την παιδεία του συμπεραίνω ωστόσο πως δεν έχει σε μεγάλη εκτίμηση το λογοτεχνικό και ιδεολογικό μέρος των έργων, των κειμένων με τα οποία καταπιάνεται. Δεν τον απασχολεί ούτε το είδος, ούτε η καταγωγή, ούτε η μορφή, ούτε η όποια ιδεολογία υποκίνησε τον συγγραφέα να γράψει το έργο και ποια πρόθεση είχε να τα μεταδώσει. Είναι βέβαιο πως σε κάθε περίπτωση θα υπάρχουν κάποιοι ειδικοί που του προτείνουν μια δραματουργική επιταγή που δεν πρέπει να παραβιαστεί η τουλάχιστον να μην τσαλαπατηθεί. Στο πρόγραμμα της παράστασης δημοσιεύεται ένα πολύ αναλυτικό κείμενο από τον μεταφραστή το έργου, σημείωμα που περιγράφει την ιδεολογική περιπέτεια του έργου, τις φάσεις που πέρασε και όποια γεγονότα αφομοίωσε μέχρι να πάρει την μορφή που ο συγγραφέας θεώρησε τελική. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν ανέκοψαν η επηρέασαν τον Νίκο Καραθάνο από την φόρα να κάνει το πάρτι που είχε στο μυαλό του με το αποτέλεσμα κανένας, μα κανένας θεατής, αν δεν ήξερε το έργο να μην μπορεί να καταλάβει έστω και το παραμικρό. Όπως έγινε εξ άλλου και πολυσυζητημένη Γκόλφω που λεγόταν το κείμενο του Περεσιάδη ενώ γίνονταν άλλα αντ’ άλλων. Κι εδώ χωράει ένα σοβαρό ερώτημα, σοβαρό και επιτακτικό να απαντηθεί. Ποιος ο λόγος και ποια η αξία των επιλογών του ρεπερτορίου από τους εντεταλμένους ειδικούς επιστήμονες, εισηγητές δραματολογίου που διατηρεί το Εθνικό Θέατρο, όταν ο σκηνοθέτης που επιλέγεται από μια επιτροπή για να μεταβάλει σε παράσταση το μελετημένο ρεπερτόριο, για κάποιους «διαστροφικούς» σκηνοθετικά λόγους, καταργεί κυριολεκτικά την επιλογή των ειδικών. Προηγήθηκε το ανάλογο φαινόμενο με τους «Δαιμονισμένους» του Ντοστογιέφσκι.

Ένα σύνολο καλών και κάλλιστων ηθοποιών απασχολήθηκαν με την παράσταση του Καραθάνου που δεν τολμώ να την αναφέρω ως την Οπερέτα του Γκόμπροβιτς. Ο κριτικός  προσπαθεί να ξεχωρίσει μια ερμηνεία, η έστω μια στιγμή, ένα γύρισμα μιας ατάκας, μια υποκριτική αναλαμπή της Λυδίας Φωτοπούλου, του Κώστα Μπερικόπουλου, της Εύης Σαουλίδου, της Ευαγγελίας Καρακατσάνη, του Άγγελου Τριανταφύλλου, του Μιχάλη Σαράντη, της Γαλήνης Χατζημιχάλη, του ίδιου του Καραθάνου, μάταιος κόπος. Παρουσίες σε σύσφιξη, ατακούλες απρόσωπες, μονόλογοι με υστερία και ακύμαντοι. Μοναδικές εξαιρέσεις το ανεξήγητα σπαστικό παίξιμο, με τα παραπληγικά συμπτώματα (με σατυρική θηλυπρέπεια;) του Χάρη Φραγκούλη. Ακόμα και σε τέτοιου είδους έργα, του παραλόγου και της αλληγορίας, του εξωπραγματικού, ο ηθοποιός έχει χρέος, λόγο, αξία και ανάγκη συμμετοχής. Αυτό που έκανε ο σκηνοθέτης ήταν να έχει την τύχη μιας εκλεκτής διανομής και να μην αξιοποιήσει κανέναν ηθοποιό αλλά να καταργήσει στην ουσία καθέναν σ’ ένα καρναβαλίστικο συρφετό και σε μεμονωμένες διαστρεβλώσεις. Παρ’ όλα αυτά οι  αγαπημένοι ξεχωριστοί τόνοι των γνώριμων φωνών, οι διακριτές αναγνωρίσιμες παρουσίες, οι αξιαγάπητες φιγούρες και οι αβρές, όμορφες, χαρακτηριστικές και χαριτωμένες συμμετοχές έστω και φευγαλέα πρόλαβαν να μας προσφερθούν. Η μουσική σε μικρότερες δόσεις έντασης και διάρκειας δεν θα μας ενοχλούσε και θα προλαβαίναμε να την απολαύσουμε, τα τραγούδια ωραία και εντυπωσιακά, σπουδαίος  ο μάγιστρος των πλούσιων φωτιστικών υποβολών, του αξίζει ιδιαίτερη αναφορά, Νίκος Βλασόπουλος ονόματι.




Φυσικά η παράσταση σφραγίζεται και αξιώνεται ως εικαστικό επίτευγμα πάνω απ’ όλα με το καταπληκτικό σκηνικό και τα ευφάνταστα κοστούμια της Έλλης Παπαγεωργακοπούλου. Για φανταστείτε αυτήν την παράσταση με την παρανόηση και την ανεπάρκεια σκηνοθετικής ευθύνης και κατανόησης που την διακρίνει να μην είχε και την στήριξη ενός ταλαντούχου φωτιστή και μιας χαρισματικής σκηνογράφου;

Αλήθεια η περίφημη εμφάνιση της γυμνής κόρης, σαν η επανάσταση που βγάζει από πάνω της κάθε ενδυματολογική συμβατικότητα, το κάθε ρούχο που έντυσε τις κοινωνίες της και χαρακτήρισε τις τάξεις της, το  χαρακτήρα και τα διακριτικά των εξουσιών που οδήγησαν μέσα στο χρόνο την ανθρωπότητα εδώ που στέκεται σήμερα, τι απέγινε; Παρέμειναν μόνο οι κραυγές, ως συνθήματα χωρίς την αποκαλυπτική σκηνή της απόλυτης απελευθέρωσης από την υποκρισία του ρούχου; Ας μη τα λεπτολογούμε. Δεν έχουν τελειωμό οι παρανοήσεις – γιατί να μην πούμε προδοσίες; - του έργου.

Γιώργος Χατζηδάκης



Δεν υπάρχουν σχόλια: