Κυριακή, 5 Φεβρουαρίου 2017

Οδύνες και ωδίνες και ζωές χαρισάμενες

Κώστα Τσιάνου «ΖΩΗ… χαρισάμενη»

Θέατρο Προσκήνιο



Τα τελευταία είκοσι χρόνια, δηλαδή ουσιαστικά στον παρόντα αιώνα, γεννήθηκε και θριάμβευσε το είδος των γυναικείων μονολόγων. Ένα δραματουργικό είδος με το οποίο  αναδείχθηκαν ( και αντίστοιχα το ανέδειξαν )  πολλές ηθοποιοί που διέθεταν τις δυνάμεις και τις δυνατότητες να καταπιαστούν με το μέγεθος και τις υποκριτικές απαιτήσεις ενός μονολόγου που σε μήκος καλύπτει τη διάρκεια μιας παράστασης. Οι προσωπικές μου μνήμες αλλά ούτε ιστορικές μου γνώσεις με οδηγούν σε κάποιο σημαντικό μονόλογο ως πριν απ’ τα τελευταία χρόνια του προηγούμενου αιώνα. Εκτός από τα ποιητικά μονοπρόσωπα του Ρίτσου και κάποια άλλα λογοτεχνικά ούτε και η δραματουργία δεν είχε ενδιαφερθεί ουσιαστικά. Οι πρώτες απόπειρες λοιπόν περιορίστηκαν στη κλασική “Σονάτα του σεληνόφωτος” και σε τραγικoποιητικές ηρωίδες του Ρίτσου για να ακολουθήσουν προσεγγίσεις και προς άλλους πεζογράφους. Σε παρένθεση : Η μνήμη μου αιφνιδίως μου έφερε μια βραδιά με το «Ντουέντε» του Λόρκα από την μεταφράστρια του, ηθοποιό και ποιήτρια Ολυμπία Καράγιωργα σε μια ειδική βραδιά που είχε τη μορφή αναλογίου λίγο πριν απ’ το 1970.


Επανέρχομαι λοιπόν στα παρόντα για να επαναλάβω πως οι γυναικείοι μονόλογοι χωρίς να έχουν ξεφύγει από τα λογοτεχνικά κείμενα τείνουν πρόσφατα να αποκτήσουν μια δραματουργική αυτοτέλεια βασιζόμενοι σε θεατρικά κείμενα που γράφονται ειδικά για την σκηνή και από ερμηνεύτριες ειδικής επιλογής, ικανότητας υποκριτικής, αντοχής και πολυμέρειας. Το σημείωμα τούτο δεν έχει την πρόθεση να αναφερθεί σε τίτλους έργων και σε ονόματα συγγραφέων και ηθοποιών και να επιχειρήσει καταγραφή και κατηγοριοποίηση  στο ξεχωριστό είδος των θεατρικών μονολόγων, κειμένων γραμμένων ειδικά για τη σκηνή αν και δυσκολεύομαι να τιθασεύσω το χρονογραφικό μου δαιμόνιο, το έθισμα του ιστορικού που προκαλείται αλλά η πρόσφατη εντύπωση από ένα έργο, μια παράσταση και μια ερμηνεία με κυριαρχεί και επείγομαι να μεταδώσω στον αναγνώστη μου όσα με συνεπήραν παρακολουθώντας το έργο και την παράσταση «Ζωή χαρισάμενη» γραμμένο και σκηνοθετημένο από τον Κώστα Τσιάνο και ερμηνευμένο από την Αγγελική Λεμονή.
Το έργο μοιάζει σαν ένα αριστουργηματικά βελονιασμένο περιδέραιο, περασμένο χάντρα τη χάντρα, με μοναδική μαστοριά και τέχνη συνθεμένο, περνώντας από ένα πλήθος εντυπώσεις και μνήμες ενός βιωμένου πλούτου έργων, δραματικών ηρωίδων, χορών, συγκινήσεων, προσωπικών εμπειριών και ξεσηκώνοντας την αίσθηση τους σαν αποτύπωμα για να συναρμολογήσει ο συγγραφέας αυτό το πρόσφατο έργο του. Αν προσέξεις μπορείς να διακρίνεις αχνάρια απ’ την Αυλή των θαυμάτων και το Φυντανάκι, από τον Πειρασμό και τα Ναυάγια της Ζωής, από την Αγγέλα, από τους Άθλιους των Αθηνών, από το Προξενιό της Άννας, αντανακλάσεις επιθεωρησιακών νούμερων, στάξεις από έργα του μεταπολιτευτικού ρεπερτορίου του Ποντίκα, του Σκούρτη, του Καμπανέλλη, του Μουρσελά, από αφές σεναρίων του ελληνικού κινηματογράφου, από τα λαϊκά τραγούδια, τα ρεμπέτικα και τα δημοτικά και φυσικά από δικές του, ατομικές παρατηρήσεις, περιπέτειες και εμπειρίες μιας ζωής πιο κοντά στο λαϊκό βίωμα παρά στο αστικό. Το έργο «Ζωή χαρισάμενη» είναι μια χαρτογράφηση, μια τοπογραφία, ένα αφήγημα παθών και παθημάτων, μια δέσμη αισθήσεων, χαρών και λύπεων που συμπυκνώνονται σ’ ένα πρόσωπο, σε μια ζωή, σε μια γυναίκα που την λένε Ζωή και γι αυτό είναι χαρισάμενη. Ναι, το έργο είναι ο ίδιος ο συγγραφέας του ο Κώστας Τσιάνος, όσα είδε, όσα έπαθε, όσα κυοφόρησε και εμπνεύστηκε, όσα δημιούργησε, όσα τον ξεγέλασαν κι όσα τον πρόδωσαν μα αυτός γράφει και ανεβάζει ένα έργο για να μας πει : Ε, και τι έγινε; Η ζωή είναι χαρισάμενη.   

Διαβάστε το και πολιτικά άμα θέλετε. Μην διακρίνετε τον συγγραφέα και τα βιώματα του στο πρόσωπο της ηρωίδας αλλά τη χώρα, τον λαό, τα δεινά και τα παλαιότερα και τα τωρινά. Πέφτει, καταβάλλεται, αιμορραγεί μα εκεί θα πεταχτεί απάνω. Ένας ποιητής , ένας χορευτής, ένας τραγουδιστής η ένας μουσικός θα βρεθεί στην κρίσιμη ώρα και θα τον ανασηκώσει τραγουδώντας «τα παιδιά κάτω στο κάμπο, δεν μιλάν με τον καιρό…». Αυτή η αυθεντική ψηφίδα, κατάθεση του ίδιου του Χατζιδάκι, που με τόση προσοχή και μαστοριά μπολιάστηκε στο κορμί του έργου. Αν λοιπόν κοιτάξεις το έργο σ΄ένα πλατύ κάδρο ιστορικό, αν το δεις ν’ αντιστοιχεί τα σκαμπανεβάσματα της ιστορίας του τόπου, αν δεις τους εραστές τους φευγαλέους, τους νταβατζήδες εκμεταλλευτές της ευπιστίας και της ανάγκης, αν αναγνωρίσεις τα βήματα της προσφυγιάς και της μετανάστευσης, αν ψηλαφίσεις στο κορμί της Ζωής τα νύγματα και τις πληγές, τις ωδίνες των τοκετών και τις οδύνες των πληγμάτων τότε θα ανακαλύψεις πως το έργο σε πάει πολύ μακρύτερα και πολύ βαθύτερα. Δεν έχουμε να κάνουμε με έναν απλοϊκό μονόλογο ηθογραφικής αξίωσης αλλά με μια σύνοψη που τα υλικά της είναι «όστρακα» που αφηγούνται τη δική μας ιστορία.


Ναι, σπουδαίο το έργο, πολυσήμαντο, διαμαντικό στα τιμαλφή του δύστηνου καιρού μας, μα ποια θα παίξει αυτόν τον πυκνό, βαρύ κι εξ ίσου αεροδυναμικό ρόλο; Μια γυναίκα που θα φυλλάρει τα χαρτιά στην τράπουλα της ιστορίας, θα ξετυλίξει τα πάθη, θα ελιχθεί, θα κλάψει, θα γελάσει, θα χορέψει, θα γεννήσει, θα εγκαταλειφτεί, θα πέσει, θα σηκωθεί. Ποια είναι σε θέση να παίξει αυτό τον γιγάντιο ρόλο, να σηκώσει στους ώμους τον συγγραφικό άτλαντα ; Είναι κάμποσες θα πούμε με επιφύλαξη για να μην αδικήσουμε το θέατρο μας. Ωστόσο, νομίζω πως δεν αδικούμε κανένα αν πούμε την αλήθεια όπως την είδαμε τη βραδιά που παρακολουθήσαμε την παράσταση. Καμιά δεν θα μπορούσε. Καμιά άλλη εκτός απ’ αυτήν που ζωντανεύει την Ζωή στη σκηνή του «Προσκήνιου». Καμιά άλλη εκτός απ’ την Αγγελική Λεμονή. Μα καλά ποια είναι αυτή; Από πού ξεφύτρωσε; Που κρυβότανε; Πως ξαφνικά σελάγισε στον θεατρικό μας ορίζοντα, που δόξα τω θεώ δεν στερείται από αστέρια κι αστεράκια, από παλιές και νέες ταλαντούχες ερμηνεύτριες, ποσταρισμένες σε μεγάλους ρόλους, σε αναμετρήσεις με κλασικές διαστάσεις, σε επιτεύξεις αριστουργηματικές; Γυναίκες ασκημένες, με σχολές και τίτλους, με τιμές, διακρίσεις, βραβεία και θριαμβικούς επαίνους των σοφιστών; Δεν είναι πολλοί αυτοί που ήξεραν το όνομα της Αγγελικής κι ακόμα πιο λίγοι αυτοί που την είχαν δει στη σκηνή. Είμαι απ’ αυτούς τους λιγότερους. Είχα την τύχη να την δω πριν από λίγα χρόνια σε μια καλοστημένη και καλοπαιγμένη παράσταση, στο έργο «Χορός του Θανάτου» του Στρίντμπεργκ στο Στούντιο της οδού Μαυρομιχάλη σκηνοθετημένη απ’ τον Γιώργο Γιανναράκο. Ήταν καλή. Ίσως κάτι περισσότερο. Κάτι όμως τελείως διαφορετικό από τη Ζωή του Τσιάνου. Δεν θέλω να πω τίποτα παραπάνω για την μοναδική αυτή ηθοποιό παρά μόνο πως ζυμωμένη με το κείμενο, προζύμι και ζυμάρι φτιάχνουν ένα αγιασμένο θεατρικό άρτυμα. Σας προτρέπω να την κοινωνήσετε αυτή την μετάληψη και να μην χανόμαστε στα φληναφήματα του αγκουσεμένου πλήθους. Τίποτα δεν αξίζει όσο η εμπειρία.

Γιώργος Χατζηδάκης

Δεν υπάρχουν σχόλια: