Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Τι κομίζεις εις την τέχνη με τη σκηνή του αυνανισμού, ω Φεζολλάρι ;


Ελβίρα Ντόνες: «Ορκισμένη Παρθένα»                                               Φεστιβάλ Αθηνών


 Στην Αλβανία οι γυναίκες ζουν μια φρικτή καταπίεση. Όπως και σε όλα τα βαλκάνια ανάλογα με την κουλτούρα του κάθε λαού, κατά περίπτωση το φαινόμενο είναι σκληρότερο η ηπιότερο. Στην ανατολική Τουρκία για παράδειγμα, σε απλές παραβιάσεις των κανόνων ( υπάρχουν κι εκεί ανάλογοι κανόνες και όρκοι) η ποινή είναι θάνατος. Ωστόσο στη βόρεια Αλβανία ιδίως, που όλες οι νοοτροπίες είναι ερμητικές, οι αντιλήψεις για τη γυναίκα είναι πολύ σκληρές.  Φυσικά αφήνουμε απ’ έξω τις συνθήκες στα θεοκρατικά καθεστώτα, στις μπούργκες, στην κλειτοριδεκτομή και στους θανάτους με λιθοβολισμό σε κάθε παραβίαση των κανόνων. Απ αυτή την άποψη το έργο – σενάριο του Φεζολλάρι, μεταφορά από νουβέλα της Ελβίρα Ντόνες και απόπειρα μεταφοράς στην σκηνή της ταινίας της Λάουρα Μπισμπούρι, δεν έχει να μας πει τίποτα καινούργιο, ούτε βρήκε κανέναν ιδιαίτερο τρόπο να μας το πει.  Ωστόσο η περίπτωση της γυναίκας που δίνει όρκο πως θα παραμείνει παρθένα, πως βγαίνει απ’ το αναπαραγωγικό παιχνίδι, πως δηλώνει ουδετερότητα, μια «μοναχή» εν τω κόσμω, με συμπεριφορά, εμφάνιση  και όνομα αντρικό, μια ταγμένη στην αποχή, δεν είναι θέμα χωρίς ενδιαφέρον. Αντίθετα το ίδιο θέμα στην ταινία προκάλεσε έντονες εντυπώσεις και καλές κριτικές. Αυτό το ίδιο θέμα  σε θεατρική μεταφορά θα μπορούσε να προκαλέσει ένα ενδιαφέρον αν είχε αναπτυχθεί με έναν ειρμό, με μια συνέπεια, με μια λογική ώστε ο αποδέκτης να παρακολουθεί απρόσκοπτα την αφηγηματική διεξαγωγή, έστω και με ελλειπτικότητες ποιητική αδεία και με τα εμβόλιμα που καλοβαλμένα υπάρχουν και στην ταινία. ( Η ταινία, για κάθε ενδιαφερόμενο είναι προσφερόμενη στο ΟΤΕ/ΤV.) Αντίθετα το όλο θέαμα στην παράσταση που παρακολουθήσαμε ήταν ασυνάρτητο, ασύντακτο, φίρδην μίγδην και ο θεατής απελπίζεται όσο κι αν προσπαθεί του να βρεί έναν μπούσουλα, έναν δρόμο  για να παρακολουθήσει το αφήγημα. Σαν να σκόρπισαν οι σελίδες του σεναρίου και οι σκηνές φτάνουν στη σκηνή ανάκατες, μπρος πίσω, σαλατοποιημένες, που κανένα άλλοθι περί τάχα άποψης δεν μπορεί να το δικαιολογήσει. Για όποιον έχει παρακολουθήσει την ταινία φαίνεται πολύ καθαρά πως ο σκηνοθέτης της παράστασης προσπαθεί απελπισμένα και ατελέσφορα να κοπιάρει την ταινία αλλά στο κοπιάρισμα στραβοπατάει, μπερδεύεται και τσαλαβουτάει και στραπατσάρεται.



Ωστόσο, όπως υπάρχει ο «Κανούν» για τη συμπεριφορά της γυναίκας στην Αλβανία έτσι υπάρχει και κανόνας απαράβατος, ο χρυσός «Κανούν του θεάτρου», που έχει δυο πολύ βασικά άρθρα και είναι απαραίτητο να τηρούνται για να λειτουργήσει μια παράσταση. Πρώτο να προκύπτει κάποιο ενδιαφέρον στην ιστορία που αναλαμβάνει να αφηγηθεί ο υπεύθυνος και δεύτερο να μας την αφηγηθεί με τρόπο, εύληπτο, κατανοητό, αισθητικό, ευπρόσδεκτο.  Στην περίπτωση της θεατρικής παράστασης της «Ορκισμένης Παρθένας» και οι δύο κανόνες παραβιάζονται βάναυσα. Το όποιο ενδιαφέρον μπορεί να έχει το θέμα εξατμίζεται από την ανεπάρκεια του σκηνοθέτη να το αφηγηθεί με θεατρικούς όρους. Επί πλέον προσβάλλεται κάθε έννοια θεάτρου, σκηνικής διεξαγωγής και υποκριτικής ικανότητας, ρυθμών, κίνησης και εικαστικής συμμετοχής και στοιχειώδους καλλιτεχνικού σεβασμού. Κι ακόμα στοιχειώδης μέριμνα για την προφύλαξη του θεατή από οποιασδήποτε μορφής κακουχία όπως η βάσανος των υπερβολικών και συνεχών κραυγών, οι εκκωφαντικές εντάσεις των ηχείων που μαζί με τα προαναφερθέντα δημιουργούσαν  αφόρητες και κυριολεκτικά απάνθρωπες συνθήκες για κάποιον που αποφάσισε να παρακολουθήσει το θέαμα.

Αρθρογραφώντας  κατά καιρούς, παλαιότερα αλλά και πρόσφατα, έχω  τονίσει την ιστορική αναγκαιότητα να αναλάβουμε πρωτοβουλίες πολιτιστικών δεσμών με τις γειτονικές μας χώρες, κυρίως τους βαλκανικούς λαούς που μας συνδέουν πολλά και ποικίλα. Η γλώσσα μας, ιδιαίτερα την τελευταία εικοσαετία με τις αυξημένες επικοινωνίες μεταξύ των γειτονικών πληθυσμών, Αλβανών, Σκοπιανών, Ρουμάνων, Σέρβων, Τούρκων, έχει σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό διαδοθεί. Η ιστορία, η μυθολογία και οι παραδόσεις, τα λαϊκά δρώμενα, τα τραγούδια όλων την βαλκανικών λαών έχουν μια κοινή  αφετηρία. Οι εθνολογικές ιδιαιτερότητες εξ άλλου, κυρίως στα απομονωμένα μέρη των χωρών, στους τόπους των κλειστών ηθών και των διαιώνιων παραδόσεων, έχουμε κι εκεί κοινά στοιχεία. Στις ελληνικές δραματικές σχολές, σε ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, σε θεατρικές παραστάσεις το αλβανικό κυρίως στοιχείο είναι εντυπωσιακά παρόν. Ο υπογραφόμενος είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ στενά με δυο Αλβανίδες ηθοποιούς σε έργα κλασικού ρεπερτόριου και σαν καθηγητής δραματικών σχολών είχα πολλούς μαθητές από τον μεταναστευτικό χώρο. Παρακολούθησα εξ άλλου τα γυρίσματα ενός νέου ιδιαίτερα προικισμένου και βραβευμένου Αλβανού σκηνοθέτη και είμαι σε θέση να μιλήσω με θαυμασμό για την απόδοση των θεατρικών και κινηματογραφικών συμπράξεων Ελλήνων και αλλοδαπών γειτόνων. Πρόχειρα μπορώ να θυμηθώ την παράσταση «10%»  που είχα παρακολουθήσει στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου» και την είχα εγκωμιάσει αλλά και πολλές άλλες περιπτώσεις που μπορούν να εξαρθούν για την ποιότητα τους. Η συγκεκριμένη παράσταση της «Ορκισμένης Παρθένας» δεν προσφέρει κανένα σημείο όχι επαίνου αλλά ούτε απλής ανοχής. Αντίθετα μας εμπνέει απέχθεια και αγανάκτηση, αναθεωρήσεις και επιφυλάξεις.

Ναι, η φεστιβαλική παράσταση του Φεζολλάρι ήταν μια θεατρική κακομεταχείριση από κάθε άποψη, όλων των στοιχείων, των παραμέτρων και όλων των ατόμων που συμμετείχαν, εκτός από την κύρια και ξεχωριστής συμμετοχής ηθοποιό που διασώθηκε εν μέσω γενικού χαμού, την Παρθενόπη Μπουζούρη, μια γυναίκα που ως σήμερα μας έχει δώσει καλά ως εξαιρετικά δείγματα υποκριτικής ποιότητας και σκηνικού ήθους. Με εντυπωσιακή εμφάνιση και καλοφτιαγμένο σώμα, σε οφθαλμοφανή αντίθεση με το υπόλοιπο πλήρωμα. Αναμφισβήτητα και μέσα απ’ αυτόν τον συρφετό η παρουσία της ξεχωρίζει από κάθε άποψη. Αυτή η καθαρή διάκριση εμπνέει και έναν παραλληλισμό σε σχέση με το βασικό θέμα του αφηγήματος. Το όλο αντιαισθητικό, αποτρόπαιο και βίαιο περιβάλλον, άνθρωποι, σκηνογραφία, σκηνοθεσία, μουσικές επιλογές, κακοτεχνίες, ασχήμια κλπ αποτελούν ένα σύνολο βαρβαρότητας που έχει κυκλώσει την συγκεκριμένη καλλιτέχνιδα και  την στραγγίζει, την πνίγει, την διαπομπεύει, την εκμεταλλεύεται με κάθε τρόπο ξεμερδίζοντας την. Τι αδικία ! Ο συμβολισμός ωστόσο είναι αναγνώσιμος.



Ένας κριτικός όταν έχει περάσει πολλά χρόνια υπηρετώντας αυτή την ιδιότητα έχει κατακτήσει το δικαίωμα και την υποχρέωση να θέτει ερωτήσεις με απαίτηση να πάρει απάντηση . Με βάση αυτό το σκεπτικό ρωτάω τον αυτουργό που έχει την ευθύνη και την έμπνευση, ποια καλλιτεχνική, νοηματική, ιδεολογική η κοινωνική αναγκαιότητα επέβαλε την ωμή σκηνή του αυνανισμού, της γυναίκας που ολόγυμνη και όρθια αυνανίζεται στο προσκήνιο φάτσα φόρα; Το ίδιο ερώτημα προκύπτει και για τον βιασμό που με τον ίδιο τρόπο και πολύ πιο χυδαία εκτελείται επίσης στο προσκήνιο; Τι εκόμισες εις την τέχνη άμοιρε Φεζολάρι με τις άθλιες καθαρά και μόνο πορνογραφικές αυτές σκηνές. Ελπίζω κάποιος απ’ τους αυτουργούς να μου απαντήσει η έστω κάποια απ΄ τα ενεργούμενα που γράφουν τις ενθουσιώδεις κριτικές. Στο μεταξύ κουνάω μελαγχολικά το κεφάλι με τη διαπίστωση πως νοσούμε πολύ βαθειά ως κοινωνία και πως το θέατρο έχει μολυνθεί σε μεγάλο βαθμό. Ποια λοιπόν η καλλιτεχνική αναγκαιότητα του χυδαία και αναίτια προβεβλημένου αυνανισμού στην παράσταση σου ω Φεζολλάρι; Υπάρχει απάντηση;

Γιώργος Χατζηδάκης


ΥΓ. Μια απορία. Αυτή η αλλόκοτη φιγούρα που περιφερόταν άσκοπα κι άλλοτε καθόταν, χωρίς οργανικό ρόλο ψελλίζοντας που και που κάποια άσχετα και δυσδιάκριτα, ήταν η σκηνοθέτης και καθηγήτρια λόγου Άντζελα Μπρούσκου που κάποτε με είχε εντυπωσιάσει με μια εξαιρετική «Μήδεια» κι αργότερα στο «Ναι» της Καραπάνου;




Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Θεοφαγία, η μήπως πολλά περισσότερα


«Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι» Τένεσση Ουίλιαμς                           Ελληνικό Φεστιβάλ - Εταιρία Θεάτρου «Χάπι Εντ».


Ευτύχησα να παρακολουθήσω την παράσταση ενός από τα σπουδαιότερα θεατρικά έργα του 20ου αιώνα. Δυσκολεύομαι να φέρω στο μυαλό μου έργα με ανάλογη αξία. Μετακινώντας την αναζήτηση μου σ’ όλη την πορεία της μεταβιομηχανικής δραματουργίας δεν συναντώ σε κανέναν χώρο έργα με τέτοια σαφήνεια και λιτότητα της εικόνας των δυτικών κοινωνιών, της ηθικής και των μηχανισμών συμπεριφοράς, νοοτροπίας και ηθικής, ψυχοπαθολογικής νοσηρότητας, διαστροφών και εξαρτήσεων, υπαρξιακής απόγνωσης και πολλαπλών καταπιέσεων σε βαθμούς εκρηκτικούς. Σε συμβολισμούς και προεκτάσεις. Αλλά και έργα διορατικά, προφητικά σε βάθους μισού αιώνα στο μέλλον. Αυτή είναι η πολιτική ανάγνωση του έργου. Η μια του διάσταση. Η άλλη πλησιάζει περισσότερο, εισχωρεί σαν νυστέρι με κάμερα και περιγράφει τις εσωτερικές λειτουργίες των παθών δίνοντας στο θεατή δυο εικόνες ταυτόχρονα, μια της όψης, του περιβάλλοντος και μια δεύτερη των έσωθεν αναταραχών και μοχλεύσεων.



Πρόσωπα κυριευμένα από δυνατά πάθη, ανάγκες και κίνητρα, συμφύρονται, σφαδάζουν κυριολεκτικά, συγκρούονται εξαναγκάζοντας, εκβιάζοντας, απειλώντας, εκλιπαρώντας, με μοναδικό στόχο να μην αποκαλυφθεί η αλήθεια, να διατηρηθεί η πλάνη, να μην διαλυθεί ο μύθος, αξία άξονας του συστήματος, να μην αμαυρωθεί το ιερό πρόσωπο. Σαν μια συνωμοσία ενός ιερατείου με αλληλοεξαρτώμενα συμφέροντα που πασχίζει να μην αποκαλυφθεί πως ο θεός είναι ανόσιος. Είναι μια ακραία ερμηνεία, μια ανάγνωση που μας πάει πολύ μακριά σε προεκτάσεις που ο συγγραφέας, ίσως ή βέβαια δεν είχε την πρόθεση να μας μεταφέρει, να ταυτίσει δηλαδή τον Σεμπάστιαν, με τον μαρτυρικό του θάνατο και την ωμοφαγία του θεϊκού σώματος ( "λάβετε φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου" ) με την έννοια κάποιου θεού η προφήτη. Ας εγκαταλείψουμε την άποψη αυτή που ξεστρατίζει την κριτική μας αν και θα μπορούσαμε να την υποστηρίξουμε στερεότερα με προσφυγή στις μελέτες του Ρόμπερτ Γκρέιβς, του Γιαν Κοττ, του δικού μας Γιώργου Πεφάνη κ.ά περί της ωμοφαγίας του σώματος του θεού για να γεννηθεί εκ νέου. (Διόνυσος). Δεν πιστεύω ωστόσο πως ο συγγραφέας είχε συγκεκριμένο κάποιον τέτοιο στόχο, αν και το όνομα Σεμπάστιαν, άγιος Σεβαστιανός με μαρτυρικό όρθιο θάνατο, προστάτης των ανδρών, όπως και τα σαρκοφάγα φυτά που τρέφει στη σέρα του, όλα αυτά τα σήματα θα μπορούσαν να μας «πονηρέψουν», η συγγραφική ιδιοσυγκρασία του Ουίλιαμς εν τούτοις μας αποτρέπει να στραφούμε προς μια παρόμοια πρόθεση. Εγκαταλείπουμε λοιπόν την αποσημειολόγηση - αν και είναι προκλητική - και περιοριζόμαστε σε οικείες ευανάγνωστες προσεγγίσεις.



Γίνεται σαφές από το κείμενο πως η πλούσια Χάριετ Βέναμπλ και ο γιος της Σεμπάστιαν είχαν αναπτύξει μια πολύ στενή σχέση, κατακάθαρα ερωτική. Εξάρτηση και κτητικότητα. Είναι ξεκάθαρο επίσης πως ο γιος είναι ομοφυλόφιλος και στα ταξίδια που τον συντρόφευε η μητέρα του, αναζητούσε ερωτικούς συντρόφους και τον ίλιγγο μιας έξαψης. Στο τελευταίο ταξίδι του αναγκαστικά τον συντρόφεψε η εξαδέλφη του Κάθρην, όμορφη και θελκτική που ο αδίστακτος Σεμπάστιαν της ζήτησε να εμφανίζεται όσο το δυνατόν πιο προκλητική, ένα ερωτικό δέλεαρ για να κεντρίζεται το ενδιαφέρον το αγοριών προς τους δυο τους. Τα ντόπια μαύρα αγόρια, μαζεύονται πεινασμένα και βουλιμικά πίσω από ένα διαχωριστικό κιγκλίδωμα που τα κρατούσε σε απόσταση. Ένα σύνορο ασφαλείας ανάμεσα σε δυο κόσμους, σε δυο πολιτισμούς, σε δυο παραλλαγές του ανθρώπινου είδους που η καθεμιά επιβουλεύεται την άλλη. Ο Σεμπάστιαν εκπροσωπεί τον αναπτυγμένο κομμάτι της ανθρωπότητας, το εξελιγμένο, το προϊόν μιας εκλεπτυσμένης κουλτούρας, χορτάτης και καλοζωισμένης, τρυφηλής και εκφυλισμένης, έκδοτης σε αναζήτηση ηδονών και απολαύσεων κι απ’ την αποκεί πλευρά, το σμάρι των αγοριών, ημιάγριων, ανήμερων, πεινασμένων διεγερμένων και εξαγριωμένων, με ένστικτα αχαλιναγώγητα. Ο Σεμπάστιαν παραβιάζει το σύνορο, σπρωγμένος από ασυγκράτητο παροξυσμό του πάθους του περνάει στο χώρο του άλλου κόσμου και ανεβαίνει ένα λόφο. (άλλη μια σημειολογική πρόκληση). Τα αγόρια τον ακολουθούν. Τον φθάνουν και κόβοντας κομμάτια από το κορμί του τον τρώνε. Η Κάθρην, συνταραγμένη από τη φρίκη της κανιβαλικής τελετουργίας που έγινε μάρτυρας επιστρέφει και αφηγείται το περιστατικό. Η μητέρα αρνείται την πραγματικότητα της αφήγησης αποκρούοντας το φρικτό τέλος του γιου της που διαλύει την ιδεώδη εικόνα του αποκαλύπτοντας και το νοσηρό του πάθος. Προσπαθεί εκβιάζοντας αλλά και δελεάζοντας με δωρεές έναν ψυχίατρο (ο πειθαναγκασμός της επιστήμης στην εξυπηρέτηση των σκοπιμοτήτων;) να διαγνώσει σχιζοφρένεια και να φθάσει ως τη λοβοτομή στην ανιψιά της, προκειμένου να σταματήσει η να υπονομευθεί η αποκάλυψη. Ταυτόχρονα πιέζει την μητέρα και τον αδελφό της Κάθρην, με οικονομικά ανταλλάγματα να πείσουν την μοναδική μάρτυρα να αλλάξει την περιγραφή των γεγονότων. Ένα δίκτυο ψυχαναγκασμών, απειλών και εξαγορών που δεν καταφέρνουν τελικά να κάνουν την εξαδέλφη να σωπάσει κι έτσι μέσα σε μια κρίση που βαθμιαία και σπασμωδικά κορυφώνεται ολοκληρώνει την περιγραφή.

Τι να θαυμάσει ως εδώ ο σχολιαστής; Την πλέξη και την πλοκή των γεγονότων, την λιτότητα και την σαφήνεια της εξέλιξης, την πλαστική διαγραφή των ρόλων, των χαρακτήρων, των μεταπτώσεων και των αντιδράσεων, την ποίηση που τυλίγει αυτό το φρικιαστικό δραματούργημα, τον ευκρινή συμβολισμό των προσώπων που το καθένα είναι γρανάζι και ελατήριο ενός απάνθρωπου και ανήθικου μηχανισμού; Την ιδιομορφία της σύλληψης που το κεντρικό πρόσωπο του δράματος, αυτός που με τη ζωή και τον θάνατο του φόρτισε με εκρηκτικές γομώσεις όλα τα πρόσωπα που αγκομαχούν εξ αιτίας του απουσιάζει;. Τι πρωτότυπη και συνάμα ιδιοφυής έμπνευση να στήνεται ένα έργο στην απουσία του πρωταγωνιστή, στις συνέπειες ενός φρικώδους τέλους, μιας μακάβριας τελετουργίας η μήπως ενός Μυστηρίου. Δύσκολη δουλειά για ένα κριτικό σημείωμα να αφεθεί στις προκλήσεις, εκεί όπου τον τραβάει η σαγήνη της περαιτέρω ανάλυσης. Δύσκολο να αγνοήσει τις προτάσεις για εξερευνήσεις και αναλύσεις που δέχεται σχεδόν από κάθε παράγραφο του πολυπρισματικού αυτού έργου. Αλλά το παρόν μια κριτική είναι και τίποτα πιο φιλόδοξο. 

Στρέφομαι λοιπόν στο κιγκλίδωμα. Στο σύνορο των δύο κόσμων. Στο φράγμα που προφυλάσσει τον πολιτισμένο κόσμο μας από το ποσοστό της ανθρωπότητας που πεινάει, νοσεί, αλληλοσπαράσσεται, στερείται και επιθυμεί τα στοιχειώδη της διαβίωσης και μας επιβουλεύεται. Παρατηρώ το σκόπιμο μοστράρισμα της προκλητικής Κάθρην στην κορυφή του τείχους να διεγείρει τα ζωώδη πεινασμένα αγόρια του από κει κόσμου και σκέπτομαι διάφορες εκμαυλιστικές αντιστοιχίες, όπως τις τηλεοράσεις των δυτικών χωρών που προβάλλουν τον λαμπερό δικό μας κόσμο, την ευμάρεια, τον επίγειο παράδεισο των απολαύσεων, των ηδονών και της αφθονίας και δεν δυσκολεύομαι να παραλληλίσω το διαχωριστικό κιγκλίδωμα που παραβιάζουν τα μαύρα αγόρια με την πλημμύρα της ασυγκράτητης μετανάστευσης των μαζών του τρίτου κόσμου που ξεχύνεται ασταμάτητα πεινασμένες και αρπακτικές προς τον δικό μας ευδαίμονα κόσμο. Ακόμα κι αν είναι συμπτωματική η συγκυρία και η αντιστοιχία του έργου, αν θεωρείται αυθαίρετος ο συσχετισμός και η σύμπτωση ερήμην των προθέσεων του συγγραφέα, τα φαινόμενα της εισβολής που βιώνουμε την τελευταία δεκαετία μας επιτρέπει να το αθροίσουμε και αυτό το στοιχείο στα θετικά δεδομένα του έργου.



Η σκηνοθεσία της Γεωργίας Μαυραγάνη παρομοιάζεται με μια κρυστάλλινη και διαυγή δημιουργία ενός κορυφαίου γλύπτη υαλουργού. Δεν θάμπωσε το έργο πουθενά, δεν νοθεύτηκε με επεμβάσεις, σκηνοθετισμούς και τα τοιαύτα, όλα αυτά που φανερώνουν την αγωνία, τη φαυλότητα και την μικροψυχία του σκηνοθέτη να δηλώσει τη συμμετοχή του. Παρ’ ότι η σκηνοθέτης είχε και την άνεση, σαν μεταφράστρια η ίδια να παρέμβει στο κείμενο εντούτοις η αυθεντική γραφή πέρασε απ΄ τους ηθοποιούς στο θεατή ανόθευτη και αμόλυντη από δηλητηριώδης «δημιουργικές» προσθήκες και αλλοιώσεις. (Η τελική ατάκα του γιατρού που αφαιρέθηκε, ούτε απαραίτητη ήταν αλλά και μείωνε την κορύφωση του τραγικού ). Αυτό ήταν ένα κύριο πλεονέκτημα. Με αυτό σαν βάση η σκηνοθεσία σεμνά, λιτά και με συγκεκριμένη άποψη και αισθητική, ρυθμό και εκφορά κίνησε τους ηθοποιούς σε τροχιές και κλίμακες προς ένα εντελώς καινούργιο αποτέλεσμα. Τα πρόσωπα είχαν καθαρές διαδρομές, διασταυρώσεις, αντιπαραθέσεις, συσπειρώσεις και απομακρύνσεις, εισόδους και εμφανίσεις υπακούοντας σ’ ένα γενικό σχεδιασμό που ωστόσο φαινόταν σαν όλα να γίνονταν αυθόρμητα και παρορμητικά. Στις ευφυείς πρωτοβουλίες της σκηνοθεσίας να σημειώσουμε την εμφάνιση της νοσοκόμας (Ναζίκ Αϊδινιάν), όχι όπως την έχουμε συνηθίσει σε όλες τις άλλες παραστάσεις, με την λευκή μπλούζα της νοσηλεύτριας αλλά εδώ να παρίσταται με το κοστούμι της αδελφής καλόγριας, προσθέτοντας έναν σαφή υπαινιγμό για την παρουσία και την παθητική στάση του ιερατείου, της εκκλησίας, πάσης θρησκείας και δόγματος, σ’ όλο τον σατανικό πλέγμα της πολυπλόκαμης ανηθικότητας που εκτυλίσσεται. Μια δραματουργική προσθήκη διακριτική αλλά σημαινουσα.

Έχω την εντύπωση πως η σκηνοθέτης δεν είχε να αντιμετωπίσει δυσκολίες στην καθοδήγηση των ρόλων. Η διανομή που επέλεξε, σοφή και καίρια, της εξασφάλισε ερμηνείες υψηλής ποιότητας. Με ποιες φράσεις να εκφράσουμε την αίσθηση μας για την εξαιρετική υποκριτική απόδοση της Μαρίας Κεχαγιόγλου στο ρόλο της μητέρας που ψύχραιμα στην αρχή και σε αγωνιακή κλιμάκωση στη συνέχεια προσπαθούσε να αποτρέψει την αποκάλυψη; Δυο λέξεις αρκούν : λαμπρή ερμηνεία. Ενώ για τη ταραχή που κατέχεται και μεταδίδει, για το ασθματικό άγχος με το οποίο φόρτισε η Ελίνα Ρίζου τον παραληρηματικό μονόλογο της Κάθρην, κυριευμένη από το περιστατικό που βίωσε, μπορώ να μιλήσω για την καλύτερη ερμηνεία απ όσες παραστάσεις του ίδιου έργου και του ίδιου ρόλου έχω παρακολουθήσει ως σήμερα, συμπεριλαμβανομένης και της της Λυμπεριπούλου στην παλιά παράσταση του θεάτρου Τέχνης όπως και της κινηματογραφικής εκδοχής. Πολύ καλοί ως εξαιρετικοί οι ηθοποιοί των άλλων ρόλων με την Άννα Μάσχα να ξεχωρίζει στο ρόλο της μητέρας της Κάθρην, αλλά και ο Βαγγέλης Αμπαζής στο ρόλο του γιατρού και ο Γρηγόρης Μπαλάς στο ρόλου του αδελφού καθόλου δεν υστέρησαν. 

Το σκηνικό της Άρτεμης Φλέσσα, απογοητευτικό. Ένα θερμοκήπιο με τροπικά φυτά, αλλόκοτα, δηλητηριώδη και σαρκοφάγα, δημιούργημα του ίδιο του Σεμπάστιαν, προσωπικός χώρος ενός παράδοξου πλάσματος όπως αυτός, ένας τόπος που έχουν αποτυπωθεί οι νοσηροί οραματισμοί κάποιου που τώρα απουσιάζει, ένα τέμενος, ένα άντρο, ένας ναός, άδειος τάφος ενός απόντος θεού, δεν έπρεπε να είναι ένα ψυχρό τζαμωτό σαν συνεργείο, με τα κάποια ομοιόμορφα ασαφή ρόδα, σαν ρομποτάκια, σαν προϊόντα από ίδιο καλούπι, παρατεταγμένα με μόνο ιδιαίτερο στοιχείο την φευγαλέα αδιόρατη ριγιλότητα, ακατανόητη εν πολλοίς. Το εικαστικό δυστυχώς παραμελήθηκε, αυτή είναι η αλήθεια.

Γιώργος Χατζηδάκης


Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Ατυχής και απογοητευτική εμπειρία


«Οι Κόρες» Στο Μικρό Χρηματιστήριο


 Η τήρηση  στοιχειωδών κανόνων της φυσικής πρέπει να είναι στα πρωτεύοντα μελήματα μιας σκηνοθεσίας γιατί η παραβίαση τους είναι πιθανό να εμποδίζει τον αποδέκτη θεατή να παρακολουθήσει το θέαμα που ο σκηνοθέτης δημιούργησε αποκλειστικά γι αυτόν. Και για να γίνω συγκεκριμένος ας ανάψουμε σ΄ έναν σκοτεινό χώρο ένα κερί και ας το βάλουμε ανάμεσα στο μάτι ενός θεατή και κάποιον άλλο που κινείται από την άλλη μεριά της φλόγας του κεριού. Φυσικό είναι πως ο πρώτος με τη λάμψη του κεριού στα μάτια να μην  μπορεί να ξεχωρίσει τι κάνει εκείνος που βρίσκεται από την άλλη μεριά. Στοιχειώδες. Δοκίμασα κάποτε να στήσω μια σκηνή με δυο ηθοποιούς που κρατούσαν πυρσούς. ‘Ήταν αδύνατο να παρακολουθήσουν τη δράση της παράστασης, τις κινήσεις των άλλων, την αίσθηση του χώρου κι έχαναν συνεχώς τον προσανατολισμό τους. Ο σκηνοθέτης της παράστασης που παρακολούθησα στην αίθουσα του παροπλισμένου Χρηματιστηρίου διέπραξε αυτό το βασικό σφάλμα.

Έστησε ένα φράγμα από πολύκλωνα κηροπήγια με ισχυρά λαμπάκια στην κορυφή, τουλάχιστον τριακόσιες φωτεινές, εστίες που αποτέλεσαν έναν δασώδη φράχτη γύρω από την πίστα του θεάματος του, παρεμβάλλοντας αυτό τον τοίχο ανάμεσα στους θεατές και το δρώμενο κάνοντας έτσι τα πρόσωπα της παράστασης δυσθεώρητα δυσκολεύοντας δυσάρεστα τον θεατή να διακρίνει την όποια δράση των όποιων προσώπων. Κατά διαστήματα φαίνονταν οι σιλουέτες, μισές η ολόκληρες γυναικών που κινούνταν κι άλλοτε ξάπλωναν προλαβαίνοντας ένα μέλος η ένα κεφάλι σε στάση η σε κίνηση. Κάποτε κατόρθωνες να δείς την αλλαγή ενός ρούχου η την περιβολή ενός σκάφανδρου που δεν γινόταν αντιληπτή η έννοια η ο συμβολισμός. Ε, εντάξει, δεν έβλεπες, άκουγες ωστόσο το κείμενο του έργου; Αμ δε. Τα δυο κορίτσια ηθοποιοί που διεκπεραίωναν το κείμενο είχαν πάρει εντολή όχι να φωνάζουν αλλά να κραυγάζουν, κυριολεκτικά, να ωρύονται στις κορυφώσεις δε να ουρλιάζουν. Άποψη; Ίσως.


Εδώ σημειώνεται η παραβίαση του δεύτερου φυσικού κανόνα. Με δεδομένη την κακή ακουστική του μη θεατρικού χώρου δεν βάζεις τις φράσεις, χωρίς κανέναν λόγο να κανονιοβολούνται στη διαπασών. Οι συλλαβές χτυπούσαν στους τοίχους κι από κει εξοστρακίζονταν και έβρισκαν τους άλλους τοίχους απέναντι και πάλι το ίδιο με αποτέλεσμα ένα εφιαλτικό ακουστικό αποτέλεσμα που ο άμοιρος θεατής δεν κατόρθωνε να ξεχωρίσει τι λέγεται, τι αφορά, πως η συγγραφέας του κειμένου διαπραγματεύεται το θέμα. Μ’ αυτές τις δυο σοβαρές παραβιάσεις της σκηνοθετικής λογικής είναι παρακινδυνευμένο να σχολιάσω το έργο, την διαπραγμάτευση του, την κίνηση και υποκριτική ικανότητα των ηθοποιών, να αξιολογήσω την επιλογή του έργου για το πρόγραμμα του φεστιβάλ. Ωστόσο από ξεφτίδια που προλάβαινα να διακρίνω, και από την παράσταση και από το κείμενο, απ’ τις κινήσεις των δυο βασικών ηθοποιών και από την εκφορά του λόγου, όπου το έπιανα και διέκρινα δεν μπορώ να κατατάξω το σύνολο σαν μια προσπάθεια σοβαρών καλλιτεχνικών προθέσεων. Οι περιγραφές που σου έταζε το κείμενο του προγράμματος σε προετοίμαζαν να παρακολουθήσεις μια ποιητική προσέγγιση του αθηναϊκού πνεύματος, μια ανθολόγηση από κείμενα των σπουδαίων αθηναιογράφων του παρελθόντος, μια ελεγεία πάνω στην Αθήνα ως ιστορική πόλη και ως πηγή έμπνευσης, λατρείας, ενθουσιασμού, απογοήτευσης και ανησυχίας.

Η παράσταση που είδαμε, στο ποσοστό που μπορέσαμε να την δούμε, ήταν μια φιλότιμη σχολική προσέγγιση που έγινε με την επίβλεψη μια φιλόλογου περιορισμένων ανησυχιών και γνώσεων. Οι μάσκες, τα φτερά, οι περικεφαλαίες , τα αγάλματα και οι πολλές και δαπανηρές κατασκευές καθόλου δεν χρειάζονταν και ουδόλως βοήθησαν κανέναν και πουθενά. Κάτω του μετρίου η υποκριτικές ικανότητες των βασικών ηθοποιών, ανέκφραστη η εκφορά και  ανερμάτιστες οι κινήσεις και οι στάσεις τους, ακαθοδήγητες φανερά, περιττό και μάλλον ενοχλητικό το παρδαλό (υποτίθεται πως εκπροσωπεί κατηγορίες του αθηναϊκού πληθυσμού. Αφέλεια σε επίπεδο ανοησίας ) κλιμάκιο που εισβάλει πλαισιώνει πεταλοειδώς το τερέν, λέγοντας ο καθένας το μέρος του, που ακούγεται μόνο από τους θεατές που έχει απέναντι του.



Γενικώς η παράσταση «Οι κόρες- Η νέα ποιητική της Αθήνας» του Γιάννη Σκουρλέτη, σύλληψη και σκηνοθεσία, με τις Λένα Δροσάκη και Άλκηστη Πουλοπούλου και με φιλική συμμετοχή της Μαρίας Κίτσου (την οποία δεν την είδα, η δεν κατάλαβα την στιγμιαία παρουσία της) σε κείμενο της Μαρίας Βασδέκη, ήταν στο σύνολό της μια ατυχής και απογοητευτική εμπειρία. Αδιάφορη,  κουραστική, παιδαριώδης και απατηλή, σε σχέση με τις προγραμματικές δηλώσεις, χωρίς ούτε μια στιγμή να παραχθεί μια σπίθα ενδιαφέροντος. Το μόνο κέρδος για τον θεατή η γνωριμία μ’ ένα κτήριο κόσμημα στο κέντρο της Αθήνας. Έστω κι αν ο σκηνοθέτης είναι από καλή γενιά μια σύσταση είναι απαραίτητη να υπόσχεται λιγότερα, να μελετάει περισσότερο και να προσέχει χωρίς έπαρση τη δουλειά του η να αλλάξει προσανατολισμό όσο είναι καιρός.

Γιώργος Χατζηδάκης


Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

Ζέοντα και φλογερά


Θεατρικό καλοκαίρι                                       
με πολλές πύρινες εστίες 


Φλογερό. Πύρινο μέτωπο, κυριολεκτικά. Δεν αναφέρομαι στους βαθμούς του Φαρενάιτ αλλά στο φλογερό θεατρικό καλοκαίρι. Το τοπίο άναψε και καίει. Πύρινη λαίλαπα κινείται προς όλη την Ελλάδα με μικρά και μεγάλα σχήματα και φωτιά έχουν πάρει και τα σημεία που διεξάγεται Ελληνικό Φεστιβάλ. Ανοίχτηκε φέτος απλόχερα ο Θεοδωρόπουλος. Σκόρπισε τις εκδηλώσεις του σε ευρύτερα σημεία και ζωντάνεψε χώρους παρατημένους διαλέγοντας με προσοχή τα σχήματα και τα θεάματα. Έχω το προνόμιο να τον παρακολουθώ από το ξεκίνημα του με το «Θέατρο της Άνοιξης» του Μαργαρίτη και μετά σε ανεξάρτητες σκηνοθεσίες και στη δική του στέγη στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου», δημοσιεύοντας κριτικές για τις παραστάσεις του και να είμαι σε θέση να καταλήξω πως διαθέτουμε στο θεατρικό μας δυναμικό ένα πνεύμα ασκημένο στη διάκριση του καλού και του ωραίου και πως αποτέλεσε πρώτης τάξης επιλογή για το τιμόνι του Φεστιβάλ.




Χαλάρωση και ανυπομονησία ως την έναρξη του θεάματος στην Πειραιώς 260

Ωστόσο πριν στραφούμε στα παραπέρα να σημειώσουμε θετικά την συνεργασία του Φεστιβάλ με την Ένωση Κριτικών. Ευχή όλων μας είναι να παγιωθεί με την προϋπόθεση να μην γίνεται ερμητικό, εξειδικευμένο και ομφαλοσκοπικό. Να ανοίγει θεματικά και ο χρόνος του να διευρυνθεί. Να προσαρμοστεί και η ώρα. Κυρίως όμως να αποκτήσει ενδιαφέρον για τον μέσο άνθρωπο. Ωστόσο η ιδέα ήταν άριστη, αρχή έγινε και είναι βέβαιο πως ο εκλεκτικισμός θα περιοριστεί και θα γίνει συνείδηση πως το Φεστιβάλ είναι μια καλοκαιρινή γιορτή που δίνει την ευκαιρία να ευφρανθεί ο άνθρωπος και παράλληλα να πληροφορηθεί και να επικοινωνήσει, να μορφωθεί και να προβληματιστεί.




Γεμάτες οι κερκίδες του χώρου που γίνεται η Ημερίδα την Κριτικών. άνθρωποι διαφόρων ηλικιών έδειξαν πως ενδιαφέρονται και για τις θεωρητικές προσεγγίσεις του θεάτρου

Μια πρόταση έχει τη θέση της νομίζω σ’ αυτό το σημείο. Κινδυνεύοντας να σταθώ περισσότερο του δέοντος στο ζήτημα θα είχα να προτείνω στους αρμόδιους των Κριτικών το θέμα των μονόπρακτων κωμωδιών του 19ου αιώνα. Είναι το πρώτο είδος της ντόπιας δραματουργίας που στρέφει το βλέμμα στην κοινωνική ζωή της εποχής, την καταγράφει και την σατιρίζει. Σημαντικό ! Αμφιβάλλετε; Μια σπουδαία περιοχή του θεάτρου μας αδιερεύνητη. Άγνωστη στον πολύ κόσμο κι όμως διασκεδαστική και ασύγκριτα διδακτική. Υπάρχει τεράστιος πλούτος αγνοημένων μονόπρακτων κωμωδιών, έξυπνης και σπινθηροβόλας διαπραγμάτευσης που θα πρόσφερε μόρφωση, και διασκέδαση στο κοινό του φεστιβάλ. Αναφορές και ομιλίες με παραστάσεις παράλληλα η έστω ως αναλόγια. Η καθηγήτρια των θεατρικών σπουδών Χρυσόθεμις Βασιλάκου έχει κάνει μια εκτενέστατη εργασία πάνω στην ελληνική μονόπρακτη κωμωδία και θα ήταν φαντάζομαι πολύ πρόθυμη να προσφέρει το υλικό της στην επόμενη σύμπραξη του Φεστιβάλ με τον Σύλλογο των Κριτικών, μαθητών της ως επί το πλείστον.

Τραγωδίες και των τριών αρχαίων ποιητών με φλογερές διαθέσεις και πυρακτωμένες προοπτικές ξεχύνονται προς κάθε κατεύθυνση αλλά και μια μεγάλη ποικιλία έργων, πολλά απ αυτά αυτοσχέδια και εκ του προχείρου, έχουν εκστρατεύσει για την άλωση αρχαίων θεάτρων, γηπέδων, αυλών σχολείων και πλατειών. Εν μέσω καύσωνος και υψηλών θερμοκρασιών θεατρίνοι και θεατές επιζητούν οι μεν το μεροκάματο οι δε την ψυχαγωγία και την απομάκρυνση τους απ΄ τα δεινά της καθημερινότητας που δεν είναι και λίγα, όπως όλοι ξέρουμε. Μέσα σε ανάλογο πυρετό και παράλληλα με τα κυνικά καύματα πολλοί προνοούν και για το ερχόμενο. Σε έξαρση η αναζήτηση θεατρικών χώρων και η εξασφάλιση τους. Πολλά σχήματα, μικρά και μεγάλα όχι μόνο έχουν καταλήξει στο ρεπερτόριο τους αλλά έχουν κλείσει και θεατρική στέγη. Μερικοί έχουν αρχίσει και προκαταρκτικές πρόβες. Είναι πολλοί οι θίασοι ωστόσο που πελαγοδρομούν ψάχνοντας για θέατρο και στρέφονται εναγωνίως δεξιά κι αριστερά για να προλάβουν κάποιο. Όλα δείχνουν πως δεν θα κοπάσει ο θεατρικός σάλαγος αλλά αντίθετα εποχή την εποχή, χρόνο με το χρόνο ο δείκτης κορυφώνεται. Οι επιχορηγήσεις που εξαγγέλθηκαν και η επιτροπή που ανακοινώθηκε έριξαν λάδι στη φωτιά και λαμπάδιασε ο τόπος από συζητήσεις, ελπίδες και αγωνίες. Συμπέρασμα : Το θέατρο καλά κρατεί και η θερμοκρασία του ανεβαίνει χωρίς να γίνεται ορατή κάμψη του φαινομένου.




Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το φετινό ως "Καλοκαίρι της Μήδειας". Τέσσερις οι σκηνικές αναφορές, με επίσημο η ανεπίσημο τρόπο, στη παιδοκτόνα μάγισσα βασιλοκόρη του Αιήτη. Θα μας απασχολήσει το θέμα σε ειδικό αφιέρωμα στο έντυπο περιοδικό "Τόπος Θεάτρου". Ετοιμαζόμαστε. Η φωτογραφία απ' την ιδιότυπη προσέγγιση του Δημήτρη Καρατζά στο Μικρό Θέατρο της Επιδαύρου.

Έγραψα αλλού για τη «μούργα» (το κατακάθι του λαδιού) που έχει μαζευτεί στον πάτο του θεατρικού μας κάνιστρου. Για το συρφετό που "χώνεται" ανεμπόδιστα στο χώρο και πως θα πρέπει να ξανασκεφθούμε το θέμα της "Άδειας Ασκήσεως Επαγγέλματος", όπου μια αυστηρή επιτροπή του υπουργείου θα επεμβαίνει αποφασιστικά στις επιλογές. Είναι γεγονός πως ο κόσμος του θεάτρου διαθέτει και τον υπόκοσμο του, τους παρασιτικούς, τους λαθρομετανάστες του. Οι διαβάσεις είναι αφύλακτες και ισχύει το θυμοσοφικό «μπάτε σκύλοι αλέστε κι αλεστικά μη δίνετε». Έτσι δημιουργήθηκε ένα "υποθέατρο" που παρουσιάζει μια ετερόκλητη σύνθεση. Οι πιο πολλοί περνάνε λίγους μήνες σε θεατρικές σχολές, πασαλείβονται κάποιο επίχρισμα η παρακολουθούν κάποια "σεμινάρια". Κάποιοι άλλοι καταφέρνουν και παίρνουν το πτυχίο κάποιας σχολής αλλά η πλειονότητα των αποφοίτων είναι ελλιπούς μόρφωσης, τσαπατσούλικης εκπαίδευσης, διδαγμένοι από δασκάλους ακατάλληλους, χωρίς σύστημα, μέθοδο, οργάνωση διδακτική. Επειδή οι δραματικές σχολές (όχι ευτυχώς όλες, αλλά οι περισσότερες) λειτουργούν με κίνητρα κερδοσκοπικά και όχι εκπαιδευτικά, Μια πραγματικότητα που την γνωρίζουν άπαντες.  Εκτός όμως όλων αυτών έχουν μπουκάρει στο χώρο του θεάτρου ένα πλήθος αλεξιπτωτιστές , αποσαθρώματα άλλων ναυαγίων που βρίσκουν το θέατρο ως βολικό αραξοβόλι της απελπισίας τους. Αυτοί όλοι δεν έχουν μόνο στόχο το σανίδι. Είναι επίβουλοι τόσο στον τεχνικό όσο και στον θεωρητικό ( ηθοποιοί αυτοχειροτόνητοι, κριτικοί αυτοσχέδιοι και αναλυτές τυχάρπαστοι) μια πλειάδα άσχετων, ανίδεων, αμόρφωτων και ανεπάγγελτων που νοθεύουν όλο το θεατρικό φάσμα. Υπήρχε πάντα μια τέτοια μερίδα. Μικρή και κατά περίπτωση γραφική. Η ανάπτυξη της θεατρικής ζωής των τελευταίων χρόνων είχε σαν φυσικό αποτέλεσμα να εισβάλλει ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό ευκαιριακών ατόμων που η πρέπει να προσαρμοστούν η να αποβληθούν. Το τι πρέπει να γίνει για να ανακοπεί αυτή η εισβολή είναι πρόβλημα και καθήκον του αρμόδιου η των αρμοδίων.

Το παράλληλο φαινόμενο των ερασιτεχνικών (ο χαρακτηρισμός αμφισβητείται) θιάσων που περιβάλλουν το κέντρο, θιάσων πολλοί περισσότερων απ όσον αρχικά υπολογίσαμε, θιάσων που αποτελούνται από 50 και πάνω άτομα, με πάθος και καημό για το θέατρο και για ένα ρόλο. Άτομα διαφόρων επαγγελμάτων, διαφόρων ηλικιών, διαφόρων μορφωτικών επιπέδων, με παροδικές σχέσεις με τη θεατρική μόρφωση η έστω την απλή ενημέρωση φλέγονται να πάρουν μέρος σε μια παράσταση, να τους ανατεθεί ένας ρόλος κι ότι να’ ναι, το νέο αυτό είδος συμπολιτών αυξάνεται ιλιγγιωδώς, εξαπλώνεται σαν μια πανδημία και ασυγκράτητα καταλαμβάνει συνοικίες, προάστια, περίχωρα, χωριά και πόλεις, γειτονιές και ενορίες. Ένα φαινόμενο που δεν θα μπορούσε κανείς να φανταστεί πριν από μερικά χρόνια. Θυμίζει ταινία επιστημονικής φαντασίας όπου ένας ανίκητος ιός μεταβάλλει τους κανονικούς σε μεταλλαγμένους που το κύριο σύμπτωμα που τους διακρίνει είναι η ευγενική τους επιμονή να παρακολουθήσεις την παράσταση τους.

Και εμείς χωρίς καμιά βεβαιότητα πως δεν έχουμε προσβληθεί από κάποιον ανάλογο ιό, καταγινόμαστε να παρακολουθούμε αυτή η την άλλη παράσταση, να κρίνουμε και να σχολιάζουμε την σκηνοθεσία η την ερμηνεία, να αναλύουμε το φαινόμενο - που και χωρίς την ανάλυση μας θα μπορούσε να υπάρχει - να αραδιάζουμε φραστικά σχήματα και εξάγουμε συμπεράσματα, ως ένα είδος "εκ θεού", αρνούμενοι να δούμε πως αυτοί όλοι οι σχολιασμοί οι κρίσεις και οι εμβαθύνσεις είναι μάταιες, κανένας δεν τις χρειάζεται και μόνο εμάς ικανοποιούν και την ματαιοδοξία μας αποκοιμίζουν. Όχι, δεν θα το παραδεχθούμε ποτέ πως εμάς τους κριτικούς κανένας δεν μας χρειάζεται, κανένας δεν μας διόρισε και κανένα παραγωγικό έργο στην κοινωνία δεν προσφέρουμε. Όσοι νομίζουν αυτά για μας είναι πιθανό να έχουν προσβληθεί κι αυτοί από κάποιον ιό, που το γνώρισμά του είναι να μας απομακρύνει, να μειώσει την κοινωνική μας προσφορά ξεκόβοντας εμάς και άλλους από την ουσία. Το κακό είναι πως αυτή η ωραία μέθη, η ζάλη, η παρανόηση, η σύγχυση η ψευδαίσθηση δεν είναι σύμπτωμα μόνο του καύσωνα.


Γιώργος Χατζηδάκης

Τρίτη, 27 Ιουνίου 2017

O ειδήμων, του ειδήμονος, ω, των ειδημόνων




Μια συγκρατημένη ένσταση



Με την ευκαιρία που κάποιος ειδήμονας παρακολούθησε την πρόβα μιας παράστασης που τον ικανοποίησε και διάβασα στη συνέχεια ένα ενθουσιώδες κείμενο του όπου εξέφραζε την απόλυτη συγκατάνευση του με την γραμμή και την άποψη της σκηνοθεσίας. Ουδείς ψόγος. Αυτός είναι ο ρόλος των ειδημόνων και αυτό περιμένει η κοινωνία απ' το είδος τους γι αυτό άλλωστε τους παράγει και τους διατηρεί. Γι αυτό και τους έχει εμπιστευθεί ρόλους καθοδηγητικούς ημών των υπολοίπων ώστε να πορευόμαστε σωστά και προοδευτικά. Αυτό ωστόσο μας παρέχει και το δικαίωμα να εκφράζουμε απορίες η και αντιρρήσεις, όσο φυσικά η θέση μας το επιτρέπει. Τολμώ λοιπόν να ζητήσω διευκρινίσεις για τον όρο "παλιομοδίτικη σκηνοθετική αντίληψη". Ο όρος δεν είναι φυσικά επιστημονικός.
Γράφει συγκεκριμένα ο εν λόγω ειδήμων υπό τον δυσεξήγητο τίτλο «Ο διονυσιακός θάνατος της παράδοσης»





«Από τη δεκαετία του 1930 θεσπίστηκε στην Ελλάδα ένας παλιομοδίτικος τρόπος υποκριτικής της τραγωδίας, ο οποίος είναι δυνατόν να θεωρηθεί κλασικιστικός σε ότι αφορά την αντίληψη του πάθους και τη σωματική επιτέλεση του. Το εθνικό στιλ αυτό καταξιώθηκε και κατέστη διαχρονικό μέσα από επάλληλους σκηνικούς αντικατοπτρισμούς   (Από την Κοτοπούλη στην Παξινού, τη Συνοδινού, την Κονιόρδου κ.ο.κ ) που για κάποιους συνιστούν το υποκριτικό κάλλος της Επιδαύρου, αλλά και επειδή υποτίθεται ότι συγκεκριμενοποιούσε σκηνικά το μέγεθος της τραγωδίας. Η για πολλές δεκαετίες καταξίωση αυτού του υποκριτικού σχήματος είναι όμως προβληματική, επειδή ακριβώς η υποτιθέμενη ορθότητα του εδράζεται σε μια σειρά από ενδο-πολιτισμικές αναγωγές που υποτίθεται ότι θέλουν να διαφυλάξουν μια πολιτισμική καθαρότητα από την παραχάραξη και την ασέβεια, ενώ στην πραγματικότητα το ίδιο σκηνοθετικά με αυτό που καταδικάζουν: ανάγουν και αναλογούν».

(Οι λέξεις με bold από τον ειδήμονα με εμφανείς τους υπαινιγμούς του)

Τι συμπεραίνει από τα ανωτέρω ο ενδιαφερόμενος αναγνώστης; Αφορίζει και καταδικάζει ο ειδήμων τις μέχρι τώρα προτάσεις (τις πολλές και διάφορες) από το 1930 (;), τις ειρωνεύεται και τις χλευάζει και βρήκε τώρα την ευκαιρία παρακολουθώντας μια πρόβα της συγκεκριμένης παράστασης να εκφράσει τις αντιρρήσεις του για την πορεία 80 χρόνων προβληματισμού πολλών και άξιων σκηνοθετών και ηθοποιών. Ώστε λοιπόν λάθος πορευόμαστε τόσα χρόνια κύριε ειδήμονα; Να το συζητήσουμε πριν να την πεθάνουμε την παράδοση. Μην την ξαποστείλουμε διονυσιακώ τω τρόπω τη δύστυχη.

Το κείμενο του ειδήμονος δεν μπορεί να καυχηθεί για την σαφήνεια του. Απ’ όσα καταλαβαίνει ωστόσο ο απλοϊκός αναγνώστης συμπεραίνεται πως οι τέσσερις αναφερόμενες ερμηνεύτριες υπήρξαν οι ολέθριες για την ντεμοντέ πορεία των ερμηνειών του αρχαίου δράματος ερήμην των σκηνοθετών Φώτου Πολίτη, Δημήτρη Ροντήρη, Αλέξη Σολομού, Σπύρου Ευαγγελάτου, Μίνου Βολανάκη, Νίκου Χαραλάμπους αυτών και όσων διαμόρφωσαν την ευρύτατη γκάμα των σκηνοθετικών απόψεων που διατυπώθηκαν σ’ όλο το διάστημα του 20ου αιώνα.





Δεν επιτρέπεται στον ειδήμονα να αγνοεί πως οι απόψεις και οι ερμηνείες αυτών που αναφέρονται είναι προεκτάσεις και εφαρμογές των απόψεων που εκφράστηκαν και από Ευρωπαίους δασκάλους. Δεν μπορείς λοιπόν εσύ κυρ ειδήμονα με μια μονοκοντυλιά να διαγράφεις ως παλιομοδίτικη όλη την πολυκύμαντη περιπέτεια, επίπονη και οργιώδη, την οποία οφείλεις να γνωρίζεις και να σέβεσαι, για να καταλήξεις στο επιπόλαιο συμπέρασμά σου προκειμένου να κολακέψεις μια άποψη που σαν φυσική συνέπεια εμφανίζεται στη ροή του προτσές για την αναβίωση του αρχαίου δράματος. Βαριέμαι αλλά και αποφεύγω να αγανακτήσω για τους βλακώδεις όρους "ενδοπολιτισμικές αναγωγές", "υποκριτικό κάλλος" και "πολιτισμική καθαρότητα".

Κάτι ακόμα διέλαθε της επιστημονικής αντίληψης του ειδήμονα. Η ερμηνεύτρια της οποίας της οποίας την υποκριτική θαύμασε και ο σκηνοθέτης του οποίου την μέθοδο εξαίρει έχουν βγει από τα καμίνια των μαστόρων που προαναφέρονται και, όπως και οι δάσκαλοι τους, άνοιξαν καινούργιους δρόμους και πορεύονται. Ακόμα κι αν έχουμε να κάνουμε με ένα νεοφανές αστέρι, αποτέλεσμα μιας εξελικτικής διαδικασίας είναι καλέ μου ειδήμονα. Ίσως μόνο η δική σου υπεροψία και έπαρση ( συνάμα και η ελαφρότητα ) να μην έχουν εύκολο κληρονομικό προσδιορισμό.


Γιώργος Χατζηδάκης

ΥΓ. Τα σχόλια μου για το κείμενο του εν λόγω ειδήμονα δεν μειώνουν την εκτίμηση μου προς τη δουλειά του Τερζόπουλου, την σπουδαιότητα της παράστασης των Τρωάδων και την ερμηνεία των ηθοποιών. Αυτονόητο.

Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Αίσθημα αγανάκτησης, βαθιάς λύπης και οργής



Μια φωτογραφία Σύμβολο


Μια φωτογραφία σύμβολο πολυσήμαντο που ο κάθε ένας μας του δίνει και μια ερμηνεία ανάλογα με τον τρόπο που βίωσε τα χρόνια και τα γεγονότα της δικής του διαδρομής.
Για τη δική μου γενιά που βίωσε τον Μίκη να διευθύνει, πανύψηλος δαίμονας και θεός, την ορχήστρα του στις θρυλικές συναυλίες του "Κεντρικόν" και τον παρακολούθησε αργότερα αρχηγό και εμπνευστή στο φορτισμένο κι ελπιδοφόρο κίνημα των Λαμπράκηδων.
Κι ύστερα, νοερά, στους μεγάλους μουσικούς γύρους του στον κόσμο.
Και τώρα που όλοι οι αγώνες και οι ελπίδες φυλλορόησαν και εξαχρειώθηκαν, για όλους εμάς αυτή τη φωτογραφία του Μίκη είναι μια φωτογραφία επαναστατική γιατί δείχνει αυτόν τον δημιουργό πυρφόρο να θρηνεί σαν ένας ηττημένος Προμηθέας.
Κι αυτό είναι μια αβάσταχτη θλίψη και ταυτόχρονα οργή και κατάρα.

Πέμπτη, 15 Ιουνίου 2017

Πλεόνασμα δυσφορίας



Η Έλενα Ακρίτα υμνολογεί και παραβλέπει




Στα ουράνια ανάμεσα στους αγγέλους ανέβασε τον Στάθη Λιβαθινό η Έλενα Ακρίτα μ’ ένα άρθρο της στα «Νέα» εκθειάζοντας τα προσόντα του καλλιτεχνικού διευθυντή του Εθνικού Θεάτρου, το σημαντικό και πολυμερές έργο που επιτελεί και την σκηνοθετική του αξιοσύνη και άλλα πολλά εγκωμιαστικά και σπουδαία.
Δεν θα το χαρακτηρίσω θυμίαμα και λιβανωτό, αν και το υμνητικό της ύφος εκεί παραπέμπει, αν δεν έχω και εγώ, όπως και πολλοί άλλοι την ίδια γνώμη για τις προθέσεις και τα αποτελέσματα των στόχων του. Προσωπικά μάλιστα έχω φθάσει υπερθεματίζοντας, ανεπιφύλακτα να τον χαρακτηρίσω τον καλύτερο σκηνοθέτη της γενιάς του.
Η φιλτάτη θυγατέρα του Λουκή και της Σύλβας όμως κορυφώνει την υμνωδία της αναφερόμενη στο π λ ε ό ν α σ μ α που παρουσίασε ο ισολογισμός του θεάτρου. Πλεόνασμα. Πολυσήμαντη λέξη, Έλενα. Και δυστυχώς όχι πρωτάκουστη.
Μέσα στα χρόνια της υπομονής την έχουμε ακούσει πολλές φορές. Πλεόνασμα, Για φαντάσου.Τη λέξη την ακούσαμε και από τον Σημίτη και τον Χριστοδουλάκη, τους εφευρέτες της δημιουργικής λογιστικής και της ισχυρής Ελλάδας. Από τον Γιωργάκη και τον Πακωνσταντίνου. Από τον Καραμανλή, τον Σαμαρά και τον Βενιζέλο και όλα τα άλλα άξια παιδιά της πατρίδας.



Αν ωστόσο το Εθνικό πράγματι παρουσιάζει πλεόνασμα τότε προτείνω να πάρει τα οικονομικά της χώρας ο Λιβαθινός και να μεταφερθεί ο Τσακαλώτος στη διεύθυνση του Εθνικού. Δεν μπορώ να προβλέψω αν θα παρουσιάσει πλεόνασμα η οικονομία της χώρας αλλά είναι βέβαιο πως απαράδεκτες, ακατανόητες και βλακώδεις παραστάσεις όπως την «Οπερέτα» του Γκόμπροβιτς (Καραθάνος)και τους «Δαιμονισμένους» του Ντοστογιέφσκι (Αμπαζής), την «Λέσχη» του Τσίρκα (Παπαθεοδώρου) δεν θα δούμε, όποια κι αν είναι η γνώση του Τσακαλώτου περί θεάτρου.




Σαν υστερόγραφο: Αφού ο πατέρας της αρθρογράφου, ο αξέχαστος Λουκής Ακρίτας υπήρξε διευθυντής Γραμμάτων και Τεχνών του υπουργείου Παιδείας θα πρέπει η θυγάτηρ να γνωρίζει, όχι μόνο τα κουτσομπολιά περί Μινωτή και Ροντήρη αλλά και τι περιλαμβάνει ο ιδρυτικός νόμος ως σκοπούς του Εθνικού Θεάτρου. Θεατρική παιδεία ναι, προβολή της παράδοσης αρχαίας και νεότερης, ενθάρρυνση της νεοελληνικής δραματουργίας, βεβαίως, γνωριμία του κοινού με το παγκόσμιο δραματολόγιο ανυπερθέτως, καλλιτεχνικό έργο ασφαλώς, αλλά κανένα άρθρο του νόμου δεν προβλέπει ως αναγκαίο το πλεόνασμα

Γιώργος Χατζηδάκης

Τρίτη, 23 Μαΐου 2017

Κατακτήσαμε τα Ιμαλάια αλλά χάσαμε το έργο

Εθνικό Θέατρο – Θέατρο REX

Βίτολντ Γκόμπροβιτς – Οπερέτα.


Ο μαιτρ του εντυπωσιασμού, ο προφέσορας της φαντασμαγορίας, ο πρύτανης της θεαματικότητας κουκούλωσε τον συγγραφέα και το σπουδαίο κείμενο του για να κάνει τα δικά του, σπάταλα και εξοντωτικά. Με την ανευθυνότητα που "έριξε μαύρο" στην Γκόλφω, παραποίησε το εμβληματικό έργο του δραματικού ειδυλλίου και το αφαίμαξε χωρίς λόγο και αιτία, χωρίς ούτε το πρόσχημα μιας ευσταθούς άποψης (που είτε της "Γκόλφως" ήταν το κείμενο, είτε του "Αγαπητικού της βοσκοπούλας", είτε της "Θυμιούλας της Γαλαξειδιώτισσας", ένα και το αυτό) έτσι και τώρα μας τσάκισε με αλλεπάλληλα καμώματα, εντυπωσιακές εμφανίσεις, ομαδικές παρατάξεις και σουρεαλιστικές παρελάσεις, με το μοτέρ του περιστροφικού να φέρνει βόλτα την κορυφή των Ιμαλαΐων, με τους ηθοποιούς να ορειβατούν εξαντλητικά και να τσουλάνε στις τσουλήθρες χαράδρες του υψηλού όρους. Ωστόσο θα είναι μεμψιμοιρία αν αρνηθούμε το εκθαμβωτικό φαίνεσθαι που χαρακτηρίζει τις σκηνές του, τα σύνολα ιδίως, τις θαυμαστές εισόδους και εξόδους, την ποικιλομορφία του στάσιμων και των παρελάσεων, των εμφανίσεων και των αποχωρήσεων που αλλά αυτά όμως είναι που εξουδετερώνουν το κείμενο με τα ανατρεπτικά, μηδενιστικά και αρνητικά του μηνύματα. Θεωρία επισκόπου και καρδία μυλωνά, που λέει κι ο λαός.



Η σκηνοθεσία δεν προβάλλει την καταγγελία του πολυτελούς βίου , του υπερβολικού του ντυσίματος ως την παραμόρφωση, την θεοποίηση του περιττού αντίθετα το επιδεικνύει καμαρωτά. Δεν είδαμε να σαρκάζεται ο παραλογισμός της ενδυματολογίας στη διαδρομή της ιστορίας της ανθρωπότητας, οι ακρότητες που και σήμερα κυριαρχούν και υπολογίζονται σαν αξιολογική διαβάθμιση με τη μόδα να έχει αναδειχθεί σε ουσιώδη παράγοντα σπατάλης και αντιπαραγωγικότητας. Υπήρχε αναμφισβήτητα στις εμφανίσεις των προσώπων του έργου  μια εικαστική απόπειρα να διακωμωδηθούν και να στιγματιστούν αλλά η έγνοια του αισθητικού οράσθαι το υπονόμευε. Οι πιθηκόμορφοι με τα καλοραμμένα κοστούμια, τις μπέρτες και τα άλλα συμπληρώματα έμοιαζαν σαν ευρηματικές κούκλες βιτρίνας ενός φιρμάτου μεγαλομόδιστρου η σαν αριστοκράτες σε χορό μεταμφιεσμένων. Και στις απόπειρες να δειχτεί το στοιχείο της εξαθλίωσης το αποτέλεσμα ήταν να προκύπτει μια καλαίσθητη φιγούρα. Το χειρότερο ωστόσο ήταν η έλλειψη μέτρου, αναλογίας, ισορροπίας τόσο που ασήμαντα ευρήματα, τραγούδια, μουσικές, χοροκινητικά πηγαινέλα να καταλαμβάνουν μεγάλο χώρο και χρόνο στο θέαμα που διέλυε την όποια συνεκτικότητα, έννοια η συμπέρασμα προσπαθούσε να διακρίνει ο θεατής.


Δεν γνωρίζω προσωπικά τον σκηνοθέτη, ούτε έχω κάποια πληροφορία για την παιδεία του συμπεραίνω ωστόσο πως δεν έχει σε μεγάλη εκτίμηση το λογοτεχνικό και ιδεολογικό μέρος των έργων, των κειμένων με τα οποία καταπιάνεται. Δεν τον απασχολεί ούτε το είδος, ούτε η καταγωγή, ούτε η μορφή, ούτε η όποια ιδεολογία υποκίνησε τον συγγραφέα να γράψει το έργο και ποια πρόθεση είχε να τα μεταδώσει. Είναι βέβαιο πως σε κάθε περίπτωση θα υπάρχουν κάποιοι ειδικοί που του προτείνουν μια δραματουργική επιταγή που δεν πρέπει να παραβιαστεί η τουλάχιστον να μην τσαλαπατηθεί. Στο πρόγραμμα της παράστασης δημοσιεύεται ένα πολύ αναλυτικό κείμενο από τον μεταφραστή το έργου, σημείωμα που περιγράφει την ιδεολογική περιπέτεια του έργου, τις φάσεις που πέρασε και όποια γεγονότα αφομοίωσε μέχρι να πάρει την μορφή που ο συγγραφέας θεώρησε τελική. Τίποτα απ’ όλα αυτά δεν ανέκοψαν η επηρέασαν τον Νίκο Καραθάνο από την φόρα να κάνει το πάρτι που είχε στο μυαλό του με το αποτέλεσμα κανένας, μα κανένας θεατής, αν δεν ήξερε το έργο να μην μπορεί να καταλάβει έστω και το παραμικρό. Όπως έγινε εξ άλλου και πολυσυζητημένη Γκόλφω που λεγόταν το κείμενο του Περεσιάδη ενώ γίνονταν άλλα αντ’ άλλων. Κι εδώ χωράει ένα σοβαρό ερώτημα, σοβαρό και επιτακτικό να απαντηθεί. Ποιος ο λόγος και ποια η αξία των επιλογών του ρεπερτορίου από τους εντεταλμένους ειδικούς επιστήμονες, εισηγητές δραματολογίου που διατηρεί το Εθνικό Θέατρο, όταν ο σκηνοθέτης που επιλέγεται από μια επιτροπή για να μεταβάλει σε παράσταση το μελετημένο ρεπερτόριο, για κάποιους «διαστροφικούς» σκηνοθετικά λόγους, καταργεί κυριολεκτικά την επιλογή των ειδικών. Προηγήθηκε το ανάλογο φαινόμενο με τους «Δαιμονισμένους» του Ντοστογιέφσκι.

Ένα σύνολο καλών και κάλλιστων ηθοποιών απασχολήθηκαν με την παράσταση του Καραθάνου που δεν τολμώ να την αναφέρω ως την Οπερέτα του Γκόμπροβιτς. Ο κριτικός  προσπαθεί να ξεχωρίσει μια ερμηνεία, η έστω μια στιγμή, ένα γύρισμα μιας ατάκας, μια υποκριτική αναλαμπή της Λυδίας Φωτοπούλου, του Κώστα Μπερικόπουλου, της Εύης Σαουλίδου, της Ευαγγελίας Καρακατσάνη, του Άγγελου Τριανταφύλλου, του Μιχάλη Σαράντη, της Γαλήνης Χατζημιχάλη, του ίδιου του Καραθάνου, μάταιος κόπος. Παρουσίες σε σύσφιξη, ατακούλες απρόσωπες, μονόλογοι με υστερία και ακύμαντοι. Μοναδικές εξαιρέσεις το ανεξήγητα σπαστικό παίξιμο, με τα παραπληγικά συμπτώματα (με σατυρική θηλυπρέπεια;) του Χάρη Φραγκούλη. Ακόμα και σε τέτοιου είδους έργα, του παραλόγου και της αλληγορίας, του εξωπραγματικού, ο ηθοποιός έχει χρέος, λόγο, αξία και ανάγκη συμμετοχής. Αυτό που έκανε ο σκηνοθέτης ήταν να έχει την τύχη μιας εκλεκτής διανομής και να μην αξιοποιήσει κανέναν ηθοποιό αλλά να καταργήσει στην ουσία καθέναν σ’ ένα καρναβαλίστικο συρφετό και σε μεμονωμένες διαστρεβλώσεις. Παρ’ όλα αυτά οι  αγαπημένοι ξεχωριστοί τόνοι των γνώριμων φωνών, οι διακριτές αναγνωρίσιμες παρουσίες, οι αξιαγάπητες φιγούρες και οι αβρές, όμορφες, χαρακτηριστικές και χαριτωμένες συμμετοχές έστω και φευγαλέα πρόλαβαν να μας προσφερθούν. Η μουσική σε μικρότερες δόσεις έντασης και διάρκειας δεν θα μας ενοχλούσε και θα προλαβαίναμε να την απολαύσουμε, τα τραγούδια ωραία και εντυπωσιακά, σπουδαίος  ο μάγιστρος των πλούσιων φωτιστικών υποβολών, του αξίζει ιδιαίτερη αναφορά, Νίκος Βλασόπουλος ονόματι.




Φυσικά η παράσταση σφραγίζεται και αξιώνεται ως εικαστικό επίτευγμα πάνω απ’ όλα με το καταπληκτικό σκηνικό και τα ευφάνταστα κοστούμια της Έλλης Παπαγεωργακοπούλου. Για φανταστείτε αυτήν την παράσταση με την παρανόηση και την ανεπάρκεια σκηνοθετικής ευθύνης και κατανόησης που την διακρίνει να μην είχε και την στήριξη ενός ταλαντούχου φωτιστή και μιας χαρισματικής σκηνογράφου;

Αλήθεια η περίφημη εμφάνιση της γυμνής κόρης, σαν η επανάσταση που βγάζει από πάνω της κάθε ενδυματολογική συμβατικότητα, το κάθε ρούχο που έντυσε τις κοινωνίες της και χαρακτήρισε τις τάξεις της, το  χαρακτήρα και τα διακριτικά των εξουσιών που οδήγησαν μέσα στο χρόνο την ανθρωπότητα εδώ που στέκεται σήμερα, τι απέγινε; Παρέμειναν μόνο οι κραυγές, ως συνθήματα χωρίς την αποκαλυπτική σκηνή της απόλυτης απελευθέρωσης από την υποκρισία του ρούχου; Ας μη τα λεπτολογούμε. Δεν έχουν τελειωμό οι παρανοήσεις – γιατί να μην πούμε προδοσίες; - του έργου.

Γιώργος Χατζηδάκης



Παρασκευή, 19 Μαΐου 2017

Μια τάξη εκτός τόπου και χρόνου

Εθνικό Θέατρο                                                                                                                                 
Ταντέους Σλομποτζιάνεκ – Η Τάξη μας




Μια σχολική τάξη η αφετηρία ενός έπους. Μια επική διεξαγωγή ξεκινάει από το ειδυλλιακό στιγμιότυπα μιας ανέμελης ημέρας με την αρμονική συνύπαρξη μιας ομάδας συμμαθητών που δείχνει ομοούσια και ομόφρονη. Σε κάθε κυματισμό της ιστορικής ισορροπίας από κείνη την ώρα και πέρα, σα συνέπεια και με την ευκαιρία κάθε διαταραχής όλα ανατρέπονται, διαφοροποιούνται.  Αποκαλύπτονται όσα ελλόχευαν κουρνιασμένα στα υπόρροια του καθενός. Πυρηνικό το ζήτημα των Εβραίων, που στην Πολωνία που διαδραματίζεται το έργο έχει και διαστάσεις και οξύτητα και ευαισθησία και παρελθόν. Ο αντισημιτισμός στον μεγάλο πόλεμο ωστόσο είναι θέμα εξαντλημένο και η δραματουργία όπως και η σεναριογραφία το έχει κατά κόρον εκμεταλλευθεί. Η προκατάληψη κατά των Εβραίων κλιμακώθηκε σαν μέσα σε κύκλους σπειροειδών ελατηρίων καλύπτοντας όλη την Ευρώπη πολύ νωρίτερα απ’ τους μέσους αιώνες και σ’ όλο αυτό το διάστημα υποκίνησε οξύτητες και εκφάνσεις ακραίων ενεργειών σε διάφορες χώρες θρέφοντας έναν φανατισμό συχνά ανεξέλεγκτο. 
Στην Πολωνία ο αντισημιτισμός ήταν πάντα ένα ηφαίστειο με παροδικές εκρήξεις. Με την εισβολή του ναζισμού στη χώρα οι θερμόαιμοι και φανατικοί ένιωσαν το μίσος τους να αναζωπυρώνεται και οι ευκαιρίες δεν τους έλειψαν να ξεσπάσουν κι όταν οι σοβιετικοί έδιωξαν τους Γερμανούς τα μένεα ξαναπήραν τη θέση τους. Ωστόσο νομίζω πως μικραίνουμε την αξία του έργου αν το κρατήσουμε στα όρια των πολωνικών περιστατικών. Αν αποκλειστούμε στο πρόβλημα των Εβραίων. Αν κεντράρουμε την συμπεριφορά, τη στάση, τα πάθη, τις αγριότητες στα ντοκουμέντα των θηριωδιών που σκεπάζουν οι ομαδικοί τάφοι των πολωνικών περιοχών που μεταπολεμικά αποκαλύφθηκαν. Ο συγγραφέας δεν νομίζω πως περιορίστηκε σε ένα έργο καταγγελία, σ΄ ένα δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ αποκαλύψεων. Ούτε ασφαλώς αρκέστηκε στο να μας περιγράψει τα σκοτεινά πάθη που βρήκαν τις ευκαιρίες να αναδυθούν απ τα υποστρώματα που ελλόχευαν καταπιεσμένα στους ψυχισμούς των συμμαθητών εκείνης της προπολεμικής τάξης.

Το έργο του Ταντέους Σλομποτζιάνεκ έχει ένα εύρος μεγαλύτερο απ’ τα πολωνικά σύνορα, εκτενέστερο από τα γεγονότα και τα φρικώδη που περιγράφει και βαθύτερο από το χρονικό διάστημα  που ξετυλίγεται ο βίος των προσώπων του και βέβαια δεν περιορίζεται στα περιθώρια που 20ου αιώνα. Ο αντισημιτισμός που βρισκόταν εγκαταστημένος στην Πολωνία δεν υπήρξε το μόνο είδος θρησκευτικού και φυλετικού φανατισμού κι ούτε εκεί ήταν η μοναδική του μονιά. Τα φαινόμενα εθνικισμού, οι εμμονές της φυλετικής υπεροχής, η αντίληψη για την κατωτερότητα της γυναίκας, η θρησκοληψίες και οι οξείς φανατισμοί, οι αντιθέσεις και τα μίση των ταξικών διαφορών και φυσικά οι ανισότητες στις διαφορετικές κουλτούρες και κατ’ επέκταση στις ηθικές αντιλήψεις, δεν χαρακτηρίζουν μόνο μια σχολική τάξη, ενός μόνο σχολείου, μιας μόνο χώρας, μιας συγκεκριμένης εποχής, ενός ορισμένου αιώνα. Αν στρέψουμε τα μάτια μας σε οποιαδήποτε χώρα της Ευρώπης την ίδια αυτή εποχή στην τέταρτη δεκαετία του αυτού αιώνα  θα βρίσκαμε πολλές παρόμοιες τάξεις μαθητών με τα ίδια πάνω κάτω χαρακτηριστικά, όπου τα ίδια η ανάλογα άτομα  θα εκδήλωναν τις ίδιες η και χειρότερες συμπεριφορές. Και για να μην απομακρυνθούμε από το δικό μας χώρο, εδώ την ίδια εποχή, θα συναντήσουμε ίδιες σχολικές τάξεις με αγριότερα φαινόμενα που δεν τα έθρεψε βέβαια ο αντισημιτισμός, ήταν όμως  χειρότερα και θηριωδέστερα σε αποτέλεσμα αφού πυροδοτήθηκε ένας αιματηρός εμφύλιος με αχαλίνωτες κτηνωδίες που ακόμα αιμορραγούν η διχάζουν. 

Τα ίδια θα αντικρίσουμε και σε τάξεις άλλων χωρών και στην ανατολική Ευρώπη και στην κεντρική και ασφαλώς στα Βαλκάνια με ακόμα μεγαλύτερη οξύτητα. Τα ίδια θα αναγνωρίσουμε αν αφήσουμε τη σκέψη μας να περάσει πάνω από πολλούς αιώνες και διασχίσει μήκη και πλάτη του γνωστικού μας πεδίου. Ο Ταντέους λοιπόν δεν έγραψε ένα έργο ανώδυνο και ηθογραφημένο όπως, ας πούμε ο Θόρντον Ουάιλντερ την γραφική «Μικρή μας πόλη». Ούτε μας παρουσιάζει τη ζωή, τις πράξεις και το θάνατο, την επιβίωση και εξέλιξη των συμμαθητών μιας τάξης καθώς διέρχονται μέσα απ’ τα θυελλώδη ρεύματα της ιστορίας, τα γεγονότα και τις επιρροές της, τα πάθη, τους τρόμους και τις μεθοδεύσεις που μετήλθε ο καθένας τους. Και δεν μας χρειάζεται μεγάλη οξυδέρκεια για να τους ταυτίσουμε με πολλαπλές αντιστοιχίες.

Μην ξεγελαστούμε λοιπόν πως το Εθνικό Θέατρο παρουσιάζει στην Κεντρική του Σκηνή ένα θεατρικό χρονικό με ιστορικά περιστατικά, πρόσωπα καλά και κακά, ηθικά και ανήθικα με ενδιαφέρουσα πλοκή και εξέλιξη και ουδέν έτερον. Αν δούμε το έργο έτσι θα έχουμε αδικήσει τον εαυτό μας, τον συγγραφέα, τον σκηνοθέτη και όλους τους ηθοποιούς που  έκαναν ότι καλύτερο μπορούσαν για να αναδείξουν τις διαστάσεις του. Αποστόμωσε ο Ταντέους Σλομποτζιάνεκ αυτούς που ανησυχούσαμε πως η σύγχρονη δραματουργία σιωπά, αδρανεί, αδιαφορεί, κοιμάται.  Ιδού λοιπόν ένα θεατρικό που δεν αρκείται να είναι μόνο ένα θεατρικό έργο, αλλά διεκδικεί την υψηλή διάσταση του έπους. Ένα πόνημα ατέρμονο, χωρίς χρονικό πλαίσιο, αφού δεν διακρίνεται η αρχή του και ως σήμερα εξακολουθούμε να βιώνουμε τη διάρκεια του, με αποκλειστικό επίκεντρο τον άνθρωπο, τα ένστικτα, τις πλάνες και τις ψευδαισθήσεις του, τους φόβους και την συγκρουσιακή του φύση. Είμαι βέβαιος πως ο Τάκης Τζαμαργιάς που το σκηνοθέτησε κατανόησε πως δεν είναι απλώς ένα έργο με καινούργια γραφή, σχεδόν σεναριακή, με εικόνες και επεισόδια,  με έξυπνες μετακινήσεις σε χρόνους και χώρους, με αναδρομές και παλινωδίες. Διέκρινε τα επίπεδα του και το ακολούθησε χωρίς παρεκτροπή. Έπιασε πως ο κατάλογος των ονομάτων που αναφέρονται στο τέλος επισημαίνοντας την διάρκεια στο ακαθόριστο μέλλον,  δεν διαιωνίζει τη εβραϊκή ράτσα αλλά την ανθεκτικότητα του διωκόμενου ανθρώπου.


Ο σκηνοθέτης δεν μπορεί να προσφέρει μεγαλύτερη υπηρεσία σ’ ένα έργο και ιδίως σ’ ένα έργο σαν αυτό, στον ηθοποιό και κυρίως στον θεατή αν κάνει τις κλειδώσεις το θεατρικού κειμένου να λειτουργήσουν με ευκολία, στους σωστούς χρόνους, αν ρεγουλάρει τις αμεσότητες και τις μεταφορές, αν γνοιαστεί για την κίνηση ολόκληρου του θιάσου ώστε να δίνεται η αίσθηση πως το περιβάλλον αναδεύεται, ανασαίνει και συνυπάρχει και αν κοντρολάρει τις εντάσεις στις δυνάμεις που η κάθε σκηνή απαιτεί. Οι ρεαλιστικές σκηνές δεν φιλτραρίστηκαν αλλά βρήκαν τρόπο να δειχτούν με επιδεικτική θεατρικότητα, αυτό που εννοούμε «γκροτέσκο», σε υπερβολή που να υπερβαίνει το ρεαλισμό. Σε όλα αυτά και σε πολλά άλλα, που μια κριτική δεν γίνεται να τα συμπεριλάβει έστω και αν ο κριτικός τα παρατήρησε, ο Τάκης Τζαμαργιάς πέτυχε απόλυτα στήνοντας αποτελεσματικά μια πολύ προχωρημένη ως υποκριτική καθοδήγηση, ως φόρμα και ως θεατρικό ήθος, μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα παράσταση, χωρίς να καταφύγει σε καμιά παρεκτροπή απ αυτές που κάποιοι ατάλαντοι σκηνοθέτες από αμηχανία και στειρότητα φαντασίας καταφεύγουν μήπως και ξεγελάσουν τους μωρόπιστους. Εδώ βρίσκω την ευκαιρία να σημειώσω με προφεσόρικο θάρρος μια παράσταση υποδειγματική για τους σκηνοθέτες, τους κριτικούς, τους θεατρολόγους  και τους θεατές που αναζητώντας νέες σκηνικές γραφές βυθίζονται στη σύγχυση και αποπροσανατόλιστοι αποπροσανατολίζουν. Ευτυχώς ο πολικός αστέρας διακρίνεται σταθερά στον ορίζοντα του θεάτρου και η σωστή πορεία θα βρίσκεται πάντα, όπως συμβαίνει επί τρεις χιλιάδες χρόνια τώρα,



Τι να πεις για τους ηθοποιούς; Για αυτούς τους ηθοποιούς τι να πεις; Μια ομάδα εκλεκτών ανέλαβε να ερμηνεύσει τους ρόλους του πολωνέζικου αυτού ιδιαίτερου έργου. Μια ομάδα με κοινό γνώρισμα την υποκριτική νόηση. Ίσως σε κάποιες λίγες περιπτώσεις η διανομή να μην ήταν πάντα ταιριαστή με τους ρόλους, ίσως η ενέργεια όλων να μην βρισκόταν στα ίδια θερμομετρικά επίπεδα, ίσως τα κρεσέντα να ήταν αλλουνού εντονότερα και και σ’ άλλον να φαίνονταν ηπιότερα, κανένας όμως δεν υστέρησε ούτε σε τεχνική, ούτε σε αίσθημα, ούτε σε ευστροφία και αμεσότητα, ούτε σε κίνηση και στάση. Ούτε στο τραγούδι. Εδώ να τονίσουμε πόσο ευρηματική είναι η προσθήκη των εμβόλιμων τραγουδιών που ανάλογα με το κλίμα της πορείας του έργου, συμφωνούσε και η μουσική σύνθεση. Ερχόταν στην κατάλληλη στιγμή να δώσει μια ανάσα αισιοδοξίας. Όσο για τους σκοπούς και τις μελωδίες απ’ τα καλύτερα, τα πιο ευχάριστα που έχω ακούσει σε θεατρική παράσταση. Δημήτρης Χαραμής ο συνθέτης και Σωτήρης Τριβιζάς ο ποιητής των πολύ καλών στίχων. Η σκηνογραφία με τις μουχλιασμένες φορμάικες τις πλάτες των καθισμάτων συμβολίζοντας οπωσδήποτε μια σήψη και τα θρανία που μετατρέπονταν σε τάφους δεν νομίζω πως πρόσθεσαν, μάλλον αφαίρεσαν κάτι περισσότερο στην αξία της παράστασης. Οι ηθοποιοί με τη σειρά του προγράμματος Βασίλης Μαγουλιώτης, Κωνσταντίνα Τάκαλου, Αλέξανδρος Μαυρόπουλος, Θέμις Πάνου, Γιώργος Πυρπασόπουλος, Καίτη Κωνσταντίνου,  Άλκης Παναγιωτίδης, Γιάννης Νταλιάνης, Ράνια Οικονομίδου, Κώστας Γαλανάκης και ο Γιώργος Σχοινάς, ένας εξαιρετικός ακορντεονίστας.


Γιώργος Χατζηδάκης

Πέμπτη, 13 Απριλίου 2017

Με έμφαση στο ντοκουμέντο




Θέατρο «Τόπος Αλλού»

Νικου Καμτσή : Νίτσε - Βάγκνερ. Ένα έργο για τον φασισμό


Φανερή η αλλαγή πλεύσης που εφαρμόζει τον τελευταίο καιρό ο Νίκος Καμτσής. Στροφή στην ομάδα, στο σύνολο ενός πυρήνα χωρίς διακρίσεις σε κατατάξεις και αξιολογήσεις και όχι με γνώμονες συνήθως την ηχηρότητα των ονομάτων. Μια δοκιμή στην στερεότητα και την αποτελεσματικότητα μιας ομογενοποίησης, μιας δικής του προσωπικής  «φρουράς»,  ενός βασικού θιασικού σχήματος.  Αυτό δεν σημαίνει πως το θέατρο «Τόπος Αλλού», με την πολύχρονη πορεία και με τόσες επιτυχείς  συνεργασίες με ηθοποιούς μεγάλου διαμετρήματος θα παραμείνει στην άποψη της ομάδας. Είναι ανοιχτό το ενδεχόμενο πως θα επιστρέψει στις διανομές με ρεπερτόριο πρωταγωνιστών. Στα τελευταία του έργα ωστόσο φαίνεται να ανιχνεύει την δυνατότητα νέων ηθοποιών σε ρόλους απαιτητικότερους. Στο τελευταίο του έργο εξ άλλου μετράει κι ένας άλλος πολύ σοβαρός παράγοντας. Ο προσωπικός του προβληματισμός για την κυοφορία και τη γέννηση του φασισμού. Με άλλα λόγια στην κυριαρχική παρουσία του ναζισμού σ΄ όλη τη διάρκεια του 20 ου αιώνα, με αποτέλεσμα τους δυο καταστροφικούς πολέμους που προκάλεσε η Γερμανία με την αντίληψη της φυλετικής ανωτερότητας. Και επί πλέον στην πρόσφατη επανεμφάνισή του. Ως πιθανά εκκολαπτήρια των ωών του φιδιού ο Καμτσής υπαινίσσεται τις ιδέες τους ανώτερου όντος, της φυλετικής υπεροχής όπως διατυπώνεται στο «Τάδε έφη Ζαρατούστρας» όπου ο Νίτσε αφηγείται τον θάνατο του θεού και την προσπάθεια των προνομιούχων ανθρώπων να αχθούν στο ύψος του. Είναι φυσικό αυτούς τους προβληματισμούς του ο ιδρυτής του «Τόπος Αλλού» να θέλησε να τους δοκιμάσει απερίσπαστος, να τους ζυγίσει με μια ομάδα σε πιο οριζόντια σχέση που θα του έδινε την δυνατότητα να σχεδιάσει η να αναιρέσει τους φιλοσοφικούς συνδυασμούς του και τις σκηνικές εφαρμογές με άνεση χωρίς να σκοντάφτει στον δυσχερή χειρισμό ενός απρόθυμου για πειραματισμούς καθιερωμένου πρωταγωνιστή.

Παρακολούθησα με πολύ ενδιαφέρον τους προβληματισμούς του συγγραφέα και σκηνοθέτη και είχα την ευκαιρία να εκτιμήσω την έρευνα και θεωρώ πως είναι απαραίτητο να τονιστεί η ιδιαιτερότητα της,  μια αναδίφηση σε βιβλία και αρχεία που δεν μας έχουν συνηθίσει οι άνθρωποι του θεάτρου ακόμα και σε λιγότερο σοβαρά θέματα. Τα γραφτά του Νίτσε και άλλες παραπλήσιες πηγές όπως και κάποιες ερμηνείες του Βάγκνερ που βρίσκουν αντιστοιχίες στον στόχο του θέματος αποτέλεσαν ένα πρώτης τάξεως υλικό για να στηθεί το λιμπρέτο που ο σκηνοθέτης και η ομάδα του επιχείρησαν να θεατροποιήσουν το υλικό της αναζήτησης. Αν στόχος του εγχειρήματος υπήρξε να πληροφορηθεί ο θεατής με θεατρική διάταξη και έμφαση για την διαδικασία της ανάπτυξη της φασιστικής νοοτροπίας νομίζω πως σε μεγάλο βαθμό το πέτυχε. Το θέαμα δηλαδή λειτούργησε πληροφοριακά ως μια παράθεση ντοκουμέντων, έχω όμως την εντύπωση πως αδικήθηκε το δραματουργικό μέρος. Αυτό που είδαμε στη σκηνή του «Τόπος Αλλού» ήταν ένα δραματοποιημένο ντοκιμαντέρ και ως προς την πληροφόρηση και την καταγγελία, την αποκάλυψη των ιδεών και των μυθοποιήσεων του Νίτσε. Κοντολογίς ως προς τον κύρια και βασική πρόθεση το εγχείρημα πέτυχε εκατό τοις εκατό. Αντίθετα το δραματουργημένο μέρος υπήρξε μονοδιάστατο. Υποπτεύομαι πως αυτή ίσως να ήταν η πρόθεση του συγγραφέα να μην αποσπάσει την προσοχή του θεατή με υποκριτικά καμώματα και αντιδράσεις, σκηνοθετικά τεχνάσματα, ευρήματα και παραπλανητικές πλοκές, δημιουργώντας ίντριγκες και συγκρούσεις τόσο εύκολο άλλωστε να το πετύχει ακόμα και ένας λιγότερο έμπειρος απ’ τον Καμτσή. Μα δυο λόγια αρνήθηκε την ολοκληρωτική δραματοποίηση της έρευνας του που θα μετρίαζαν την αποκαλυπτική αξία των πηγών του.



Σ’ αυτή τη γραμμή και μ ‘αυτή την πρόθεση η ομάδα ανταποκρίθηκε υπάκουα εκτελώντας το σχεδιάγραμμα με συνέπεια, τονίζοντας τον λόγο και δίνοντας έναν καταγγελτικό τόνο στα στοιχεία, σαν έναν καταρράκτη δημηγορίας και με συνεχείς χειρονομίες σαν ο Νίτσε να αποτελούσε ένα πρόπλασμα του Χίτλερ. Ιδίως με το αδιάκοπο υστερικό, μανικό τόνο και το συνεχές του προτεταμένου απειλητικού δακτύλου. Κανένας μας φυσικά δεν γνώρισε τον Νίτσε και μας επιτρέπεται να αμφιβάλουμε για τη μορφή και τον χαρακτήρα που μας περιγράφει ο Γιάλομ.  («Όταν έκλαψε ο Νίτσε»). Έναν αινιγματικό και μυστηριώδη, σχεδόν αυτιστικό, με αδιευκρίνιστα αισθήματα και πάθη, αμίλητο και με μια έκδηλη αλλά βουβή προσωπική βάσανο. Η εκδοχή του Καμτσή υπήρξε διαμετρικά αντίθετη και φαντάζομαι πως ο Νίκος Καραστέργιος που υποδύονταν τον Νίτσε υπερασπίσθηκε την ευθεία και σχεδόν αδιάκοπη ρητορικότητα της άποψης. Στους ίδιους ρυθμούς και με ακύμαντες εκφορές εναρμονίστηκαν και οι υπόλοιποι ηθοποιοί πλησιάζοντας όσο για να γίνεται αισθητό το χιτλερικό πρότυπο των εκφωνήσεων του δικτάτορα όσο  και το ισότονα απειλητικό βάδισμα της χήνας των στρατιωτικών παρελάσεων. Ευφυής συσχετισμός, στο βαθμό που πέτυχε. Στα δυο μυθιστορηματικά γυναικεία πρόσωπα, την δεσποτική αδελφή του Νίτσε (Μαρκέλα Στάμου) και την σχεδόν μεταφυσική και δυσπρόσιτη προσωπικότητα της Λου Σαλομέ , (Ειρήνη Καζάκου) η σκηνοθεσία παραχώρησε μια πιο δραματουργημένη σκιαγράφηση, αφήνοντας τους περιθώρια ανθρώπινων διαστάσεων τόσο στην γκάμα κάποιων συναισθημάτων όσο και  στην γενικότερη σκηνική τους υπόσταση. 

Κατά τα άλλα μια παράσταση με αναμφισβήτητο ενδιαφέρον, διαφορετική και προκλητική για σκέψεις και γενικότερους προβληματισμούς, αλλά και για τις προσωπικές απόψεις του σκηνοθέτη όσον αφορά τις θεωρητικές ευθύνες των φαινομένων του φασισμού – ναζισμού ( και ό,τι εννοούμε με τον συγκεκριμένους όρους,) που όπως είναι γνωστό δεν εγκατέλειψαν ποτέ την ανθρωπότητα σ’ όλο το μήκος της εξέλιξης της, είτε  με μορφές ιμπεριαλιστικών ιδεολογιών, κατακτήσεων και τυραννιών, καταπιέσεων και γενοκτονιών, είτε με τις απόψεις περί φυλετικών διακρίσεων και βιολογικής ανωτερότητας κάποιων λαών. Και για να μην ξεχνιόμαστε, την ημέτερη συμβολή στους καταμερισμούς ευθυνών με το ιστορικό εκείνο «Πας μη Έλλην βάρβαρος», που όπως είναι γνωστό είχε και κείνο τη θεωρητική του, πολλαπλή μάλιστα, υποστήριξη.


Γιώργος Χατζηδάκης

Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

Το περιοδικό ΤΟΠΟΣ ΘΕΑΤΡΟΥ στην πόρτα σας.


                                                                             

  Είναι πολύ ενθαρρυντικό που πολλοί φίλοι τηλεφωνούν η στέλνουν μηνύματα
και ζητούν να τους στείλουμε τα δυο τεύχη του περιοδικού μας (τέσσερα στην πραγματικότητα μαζί με τα ένθετα).
  
Είναι ένας ζήλος που δείχνει το ενδιαφέρον για το θέατρο και τους δημιουργούς του, δείχνει την συμπαράσταση στην προσπάθεια μας, δείχνει την εκτίμηση και την πίστη στις έντυπες εκδόσεις αλλά και στην ποιότητα της ύλης μας που χαρακτηρίζει και τα πρόσωπα των συνεργατών μας.

Να τονίσουμε και έναν ακόμα παράγοντα. Τα περιοδικά διανέμονται από φίλους πτυχιούχους άνεργους που κερδίζουν το ποσοστό τού εμπόρου.
  
Ενδιαφερθείτε για το περιοδικό μας που ενδιαφέρεται για σας και τις δημιουργίες σας                                                                   

Τιμή διπλού τεύχους                                                                                                            200 σελίδων 8 ευρώ.