Παρασκευή, 15 Σεπτεμβρίου 2017

Θέατρο ποικιλιών η «απ’ όλα έχει ο μπαξές» !


Πλίνθοι και κέραμοι, αλλέως πως «Κουλου(β)άχατα




Το «Θέατρο Ποικιλιών» συγκαταλέγεται  στην ελληνική παράδοση, μπορούμε λοιπόν να υποθέσουμε πως η αναζήτηση της εθνικής μας ταυτότητας ίσως να επιχειρηθεί μέσω αυτού του θεατρικού μας παρελθόντος και έτσι να εξηγείται το αλλοπρόσαλλο πρόγραμμα που κοινοποιήθηκε για τον φετινό χειμώνα  αναφορικά με κεντρικό αθηναϊκό θέατρο. Ας γίνω πιο συγκεκριμένος.

Ακαθοδήγητος νεαρός ηθοποιός, που προβιβάστηκε σε αρμοδιότητες ηγετικές και προγραμματικές, προβαίνει σε ηχηρές αναγγελίες προγραμματισμών ανακατεύοντας Μικρά Παρίσια, αναζήτηση της εθνικής ταυτότητας, την  πατρίδας, τον εθνικό διχασμό και πλείστα όσα άλλα,  φύρδην μίγδην, προκειμένου να κροταλίσουν, να  θορυβήσουν  για να δημιουργηθούν εντυπώσεις. Στα ηχηρά εξαγγέλματα αναφέρονται όχι μόνο πολλοί ηθοποιοί καλής μαρτυρίας, πως θα πάρουν μέρος στη επαγγελλόμενη σταυροφορία, αλλά και γνωστοί άνθρωποι του πνεύματος.

Διερωτάται λοιπόν ο κάθε αποδέκτης των πλούσιων και υποσχετικών menou, γιατί ο ενθουσιώδης νέος δεν συμβουλεύθηκε  στον γνωστό ποιητή και δοκιμιογράφο που συμπεριλαμβάνεται στον μακρύ κατάλογο των επιστράτων , για να τον καθοδηγήσει αν και πως γίνεται να συγκεραστούν το Μικρό Παρίσι, με την έννοια της Ταυτότητας και της Πατρίδας, τον Εθνικό Διχασμό με  τη θέση της γυναίκας στην Ευρώπη, το θλιβερό θέμα του φονικού της Ελένης Παπαδάκη,  με την προβολή της σύγχρονης ελληνικής δημιουργίας και το μεταφυσικό «Όταν η ψυχή συναντά το σύμπαν…», με τα «Απομνημονεύματα» του Μακρυγιάννη και με ποιήματα του Κάλβου,  του  Κοντού, (γιατί αγνοήθηκαν οι Μεταξουργιώτες Λειβαδίτης και Χριστοδούλου ) με κείμενα του Κουμανταρέα καθώς και με τον Θανάση Νιάρχο σε εβδομαδιαίες συνεντεύξεις προσωπικοτήτων και με όσα άλλα ηχηρά παρόμοια συμπεριλαμβάνονται στον αχταρμά που ανακοινώθηκε ως πρόγραμμα.

Αποκορύφωμα της «παιδιάς» είναι το εύρημα καταπληκτικής ανοησίας, να φωτογραφίζονται οι ηθοποιοί μεταξύ τους ποζάροντας σε κάποιο εμβληματικό σημείο του Μεταξουργείου, δηλαδή στην περιοχή που βρίσκεται το θέατρο. Αγνοήθηκε το κτήριο του που στέγαζε άλλοτε το Μεταξουργείο Δουρούτη, που τώρα μετατράπηκε σε ένα υπέροχο νεοκλασικό που στεγάζεται η Δημοτική πινακοθήκη ή η μουριά, που αναφέρεται στο βιβλίο του Δημήτρη Χριστοδούλου «Το Γούπατο» όπως και άλλα μνημεία της συνοικίας. Τι νόημα έχει και ποιος ο συμβολισμός,  της επιλογής του νέου που πρωτοστατεί, να φωτογραφηθεί αγκαλιά, χαρά γεμάτος,  με την ταμπέλα της Φίνος Φιλμ ;



Κατά τη γνώμη μου «το όλον» δεν «ντύνεται» με τίποτα όσο ευφάνταστος κι αν είναι ένας … ενδυματολόγος. Από αρχής κραυγάζει πως είναι πλίνθοι τε και κέραμοι ατάκτως ερριμμένοι και η προσπάθεια να του δοθεί μια ενιαία φυσιογνωμία πέφτει στο κενό, δημιουργεί την αίσθηση της ασυνταξίας, της ετερόκλητης ποικιλίας και το γλυκό κινδυνεύει να μην «δέσει». Κατά τα λοιπά ασφαλώς και εύχομαι να διαψευσθώ γιατί στη Ρόδα αυτή του Λούνα Παρκ , έχουν πάρει θέση πολλοί και περισσότερες πολλές, που κατέχουν θέση στην εκτίμηση μου .

Μα, θα μου πεις φίλε αναγνώστη, είναι τώρα ανάγκη μια επιπόλαια, άστοχη η αβασάνιστη ενέργεια ενός νέου να γίνει θέμα σχολίου και να καυτηριασμού; Σωστή η παρατήρηση. Εδώ τόσα και τόσα γίνονται, όχι μόνο στο θέατρο αλλά σε κάθε παράμετρο της κοινωνικής μας ζωής, βρήκες εσύ (εγώ δηλαδή) το αλλοπρόσαλλο πρόγραμμα  ενός θεάτρου να προέχει από τον καυτηριασμό τόσων και τόσων. Να σας εξηγήσω. Το πολύ παράταιρο που γίνεται στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι ανευθυνότητα με την οποία σαλπίζονται τα ηχηρά. Τα δολώματα για να τσιμπήσει το θήραμα. Εθνική ταυτότητα. Έργα νέων Ελλήνων δημιουργών. Πατρίδα. Η θέση της Γυναίκας. Προβολή της ποίησης και της λογοτεχνίας. Το παιδί, ως έγνοια της παιδείας του και λοιπά και λοιπά. Η καπηλεία μιας τάχα  αναμορφωτικής εκστρατείας, το «κιτς» κατά την έννοια που δίνει στον όρο ο Κούντερα, αυτό είναι που με προκαλεί και με ανησυχεί γιατί υιοθετείται και εφαρμόζεται από έναν νέο και με την παθητική συμμετοχή πολλών άλλων.


Γιώργος Χατζηδάκης

Πέμπτη, 7 Σεπτεμβρίου 2017

Ζήτω το σύγχρονο ελληνικό θεατρικό έργο !!


Ο Μ Ο Β Ρ Ο Ν Τ Ι Ε Σ   

Ε Ξ Α Γ Γ Ε Λ Ι Ώ Ν !



Αφίσες από τις παραστάσεις των βραβευμένων έργων του πρώτου διαγωνισμού μονοπράκτων


Θορυβήσαμε, φαίνεται αρκετά με τις συζητήσεις γύρω από την ανεπάρκεια, την στειρότητα της νεοελληνικής δραματουργία και με τους διαφωνούντες να εκφράζουν τις απόψεις τους με ανάλογο θόρυβο ώστε κάποιοι ξύπνησαν.
Ένα μέρος των αδιάφορων και απαθών ενεργοποιήθηκαν και δια μιας ανέβηκαν στα κάστρα τους και εξαπέλυσαν ομοβροντία πρωτοβουλιών για το νεοελληνικό έργο, την ανάδειξη νέων δυνάμεων και την προβολή των παραγνωρισμένων δραματουργημάτων που ασφυκτιούσαν στα συρτάρια.
Οπότε αγαπητοί μου, αφού σε πρώτο επίπεδο - και για πρώτη φορά - ανακοινώθηκαν τέτοιες πρωτοβουλίες, η δική μας διοργάνωση με συζητήσεις γύρω απ' το ζήτημα που είχαμε ανακοινώσει για τις 28 και 29 Σεπτεμβρίου εκ των πραγμάτων περιττεύει. Συνεπώς αυτονόητα ματαιώνεται, μιας και ο σκοπός μας επιτεύχθηκε

Αφού στρατιές θεατροπατριωτών σήκωσαν τις σημαίες και τα λάβαρα της εξόρμησης για τον νεοελληνικό έργο στα θέατρα "Εαρ Βικτώρια", (Λεία Βιτάλη ) "Από Μηχανής" (Βάνα Πεφάνη) και "Σταθμός" (Καρατζογιάννης) και Θέατρο Τέχνης με δεν ξέρω ποιόν υπεύθυνο.




Αφίσες από τις παραστάσεις των βραβευμένων έργων του πρώτου διαγωνισμού μονοπράκτων


Οπότε εμείς στο θέατρο "Αλεξάνδρεια" περιττεύουμε. Εξ άλλου θα ήταν έλλειψη σοβαρότητας αν συνεχίζαμε στο πρόγραμμά μας αφού εκ των πραγμάτων θα είμασταν άουτ !
Θα συνεχίσουμε λοιπόν προς άλλες κατευθύνσεις τις δραστηριότητες μας και θα περιμένουμε να δούμε και να μετρήσουμε τα αποτελέσματα των φιλότιμων και ηρωικών προσπαθειών της επιστράτευσης και τα ξαναλέμε.

Στο μεταξύ δεν είναι εκτός θέματος να θυμίσουμε πως από την διαδικτυακή ομάδα Τόπος Θεάτρου ξεκίνησε μια σκαπανική πρωτοβουλία ενός πρώτου διαγωνισμού θεατρικών μονοπράκτων. Μας υποβλήθηκαν 38, βραβεύσαμε τα 8 και τα οποία παρουσιάσαμε στο θέατρο "Τόπος Αλλού" και Cabaret Voltaire και τα εκδώσαμε σε ιδιαίτερο τόμο. Τώρα βρισκόμαστε προ της συνέχειας του Δεύτερου Διαγωνισμού που λίαν προσεχώς θα ανακοινώσουμε τις εξελίξεις του και τα αποτελέσματα του.




Αφίσες από τις παραστάσεις των βραβευμένων έργων του πρώτου διαγωνισμού μονοπράκτων

Στο μεταξύ η αρχινισμένη εργασία για το ελληνικό έργο, με τη συνεργασία της θεατρολόγου Ξένιας Σαφαρή και τις παρουσίες των νεοελλήνων συγγραφέων στην τελευταία τριακονταετία του 20ου αιώνα, αφ' ενός και την καταγραφή των νεώτερων που εμφανίστηκαν τα 17 χρόνια του τρέχοντος δημοσιεύεται στο 5&6 τεύχος του περιοδικού "Τόπος Θεάτρου" που κυκλοφορεί σε λίγες μέρες.


Σάββατο, 19 Αυγούστου 2017

Η Μήδεια των πηγών


Πρόσωπα και προσωπεία της Μήδειας                                                             
- Η Μήδεια στην Εφύρα . 


Τι ξέρουμε εμείς  οι σημερινοί για το πρόσωπο της Μήδειας, το βίο και την πολιτεία της; Οι περισσότεροι είμαστε έτοιμοι ν’ απαντήσουμε σε μια τέτοια ερώτηση πως η Μήδεια ήταν μάγισσα και βάρβαρη που για να εκδικηθεί τον Ιάσονα που την άφησε για μια άλλη, όπως μας τα παρουσιάζει ο Ευριπίδης στην τραγωδία του, σκότωσε τα παιδιά της και μετά ανέβηκε σ’ ένα άρμα του Ήλιου και χάθηκε στα ουράνια. Μια ανάλογη εικόνα μας δίνει ο Απολλώνιος Ρόδιος στο έπος του «Αργοναυτικά» και σχεδόν τα ίδια μας και ένα δεύτερο κείμενο με τον ίδιο τίτλο που αποδίδεται στον Ορφέα, χωρίς όμως ούτε το ένα ούτε το άλλο να φθάνουν ως την εξέλιξη του φόνου των παιδιών. Σ’ αυτό το πρότυπο της κατά τον Ευριπίδη παιδοκτόνας μάγισσας στηρίχθηκαν και όλοι οι πολλοί μεταγενέστεροι συγγραφείς που διαπραγματεύθηκαν την εκδοχή της προδομένης συζύγου που σε μια κρίση αλλοφροσύνης σκοτώνει τα δυο αγόρια που είχε αποκτήσει με τον Ιάσονα για να εκδικηθεί τον άπιστο και επίορκο πατέρα τους. Ας μην αρκεστούμε σ’ αυτά κι ας γυρέψουμε τις πληροφορίες που είναι πρόθυμες να μας δώσουν κι άλλες περισσότερο αξιόπιστες και τεκμηριωμένες πηγές.



Μετά τον φόνο του Πελία και την κατάληψη της Ιωλκού από τους Αργοναύτες, ο Ιάσονας φοβούμενος την εκδίκηση του Άκαστου του γιού του σκοτωμένου βασιλιά, παραιτήθηκε από το θρόνο και δέχθηκε χωρίς αντίρρηση την εξορία που του επέβαλε το συμβούλιο της πόλης γιατί διατηρούσε την ελπίδα πως θα καταλάμβανε κάποιον καλύτερο και ασφαλέστερο βασίλειο. Στην αρχή επισκέφτηκε τον βοιοτικό Ορχομενό και ανάρτησε το χρυσόμαλλο δέρας στο ναό του Λαφύστιου Δία και μετά αφέλκυσε την Αργώ στον Ισθμό της Κορίνθου αφιερώνοντας την στον Ποσειδώνα. Η Μήδεια όμως που ήταν το μόνο επιζών τέκνο του Αιήτη, του νόμιμου βασιλιά της Κορίνθου, ο οποίος εκπατριζόμενος στην Κολχίδα είχε αφήσει στη θέση του αντιβασιλέα κάποιον Βούνο. Επειδή ο θρόνος της Κορίνθου χήρεψε ύστερα από τον θάνατο του γιού του Βούνου Μαραθώνα, η Μήδεια δήλωσε την απαίτηση της και οι Κορίνθιοι αναγνώρισαν τον Ιάσονα ως βασιλιά τους. Μετά από δέκα ανθηρά και ευτυχισμένα χρόνια βασιλείας ο Ιάσονας άρχισε να υποπτεύεται πως η Μήδεια είχε σκοπό να τον βγάλει απ’ τη  μέση δηλητηριάζοντας τον, αποφάσισε λοιπόν να την εγκαταλείψει και να παντρευτεί την κόρη του βασιλιά Κρέοντα, την Θηβαία Γλαύκη. 

Η Μήδεια δεν αρνήθηκε πως είχε σχέδιο να τον σκοτώσει του θύμισε όμως τον όρκο που της είχε δώσει στην Αιαία. Ο Ιάσονας αντέδρασε και ισχυρίστηκε πως είχε δώσει τον όρκο υποκύπτοντας σε εκβιασμό της και πως δεν ήταν όρκος δίκαιος. Η Μήδεια του απάντησε πως στον θρόνο της Κορίνθου κάθεται με τη δική της παραχώρηση κι ο Ιάσονας επικαλέσθηκε πως οι Κορίνθιοι τώρα πια  αυτόν αναγνωρίζουν ως βασιλιά τους και όχι εκείνη. Η Μήδεια υποκρίθηκε υποταγή και πως συμφώνησε με το σχέδιο του Ιάσονα για τον γάμο και έστειλε γαμήλιο δώρο στη Γλαύκη με τους γιούς της – είχε γεννήσει επτά γιους κι επτά κόρες στον Ιάσονα – ένα χρυσά στέμμα κι ένα μακρύ λευκό φόρεμα. Μόλις όμως το φόρεσε η Γλαύκη άσβηστες φλόγες ξεπετάχτηκαν από το στέμμα και το φόρεμα κι έγινε παρανάλωμα του πυρός όχι μόνο η ίδια – μολονότι βούτηξε στη στέρνα του παλατιού αλλά λαμπάδιασε και ο πατέρας της βασιλιάς Κρέων και μαζί του όλη η ακολουθία των Θηβαίων αρχόντων που είχαν προσκληθεί για την γαμήλια τελετή. Μόνο ο Ιάσονας κατόρθωσε να γλυτώσει πηδώντας από ένα παράθυρο. Στο μεταξύ η Δίας που θαύμαζε ιδιαίτερα την γενναιότητα της Μήδειας, την ερωτεύτηκε παράφορα εκείνη όμως αντιστάθηκε στην επιθυμία του. Η Ήρα αισθάνθηκε μεγάλη ευγνωμοσύνη και πρότεινε στη Μήδεια να κάνει τα παιδιά της αθάνατα και κείνη δέχθηκε πρόθυμα. Οδήγησε τότε η Ήρα να  ξαπλώσουν τα παιδία στον ναό της πάνω στο βωμό. Έτσι και έγινε. Αφού εξασφάλισε μ΄ αυτόν τον τρόπο τα παιδιά της δραπέτευσε πάνω σε άρμα που το έσερναν φτερωτά φίδια που της το έστειλε ο παππούς της ο Ήλιος, αφήνοντας το κληρονομικό της δικαίωμα για τον θρόνο της Κορίνθου στο Σίσυφο.


Από τις κόρες της Μήδειας και του Ιάσονα μόνο μιας κόρης το όνομα διασώθηκε: της Εριώπης. Ο Μήδειος η Πολύξενος, ο μεγαλύτερος απ’ τους γιους της, που ανατράφηκε στο Πήλιο από τον Χείρωνα, αργότερα έγινε βασιλιάς της Μηδίας. Άλλες πηγές όμως λένε πως πατέρας του Μήδειου ήταν ο Αιγέας. Τα ονόματα των άλλων γιών ήταν : Μέρμερος, Φέρης ή Θεσσαλός, Αλκιμήδης, Τίσανδρος και Άργος. Οργισμένοι οι Κορίνθιοι από τους φόνους της Γλαύκης και του Κρέοντα ξέσπασαν πάνω στους γιούς του Ιάσονα και της Μήδειας, τους συνέλαβαν όλους και τους σκότωσαν με λιθοβολισμό. Αυτό ήταν ένα άδικο φονικό που τους βάραινε για πολλά χρόνια πάνω στην Κόρινθο. Η ενοχή τους δεν ξεπεράστηκε για πολλούς αιώνες κι αργότερα συνεχιζόταν σαν τελετουργία εξιλέωσης το έθιμο επτά κορίτσια και επτά αγόρια ντυμένα στα μαύρα και κουρεμένα  να περνάνε έναν ολόκληρο χρόνο στον ναό της Ακραίας Ήρας εκεί όπου έγινε το φονικό.  Μετά τον λιθοβολισμό και τον θάνατο των παιδιών της Μήδειας το  μαντείο των Δελφών πρόσταξε να ταφούν τα νεκρά κορμιά τους οι ψυχές τους όμως έγιναν αθάνατες όπως είχε τάξει στην Μήδεια η Ήρα. Μερικοί κατηγόρησαν τον Ιάσονα για τον φόνο που με την στάση του έγινε αιτία της τραγικής εξέλιξης αυτός όπως απέδωσε την ευθύνη στην Μήδεια κατηγορώντας την για την μεγάλη φιλοδοξία που έτρεφε για λογαριασμό των παιδιών της.

Άλλοι πάλι, παραπλανημένοι από τον τραγικό Ευριπίδη – για τον οποίο υπήρχε η υπόνοια πως δωροδοκήθηκε από τους Κορίνθιους με δεκαπέντε αργυρά τάλαντα για να τους απαλλάξει από έγκλημα που είχαν διαπράξει – ισχυρίζονται ότι η ίδια η Μήδεια σκότωσε τα δυο παιδιά της, ενώ τα άλλα κάηκαν στην πυρκαγιά του παλατιού. Σώθηκε μόνο ο Θεσσαλός που αργότερα έγινε βασιλιάς στην Ιωλκό χαρίζοντας το όνομα του σε ολόκληρη τη Θεσσαλία. Σώθηκε επίσης και ο Φέρης που ο γιός του Μέρμερος κληρονόμησε την τέχνη της Μήδειας στην μαγεία.
‘Όλα τα παραπάνω βασίζονται σε πηγές από αναφορές στον Εύμηλο, στον Διόδωρο Σικελιώτη,  στον Απολλόδωρο, στον Οβίδιο, στον Πτολεμαίο Ηφαιστίωνα, στον Απουλήιο, στον Τζέτζη και στον Ευριπίδη. Επίσης στον Ησίοδο, στον Παυσανία , στον Υγίνο, στον Σέρβιο, στον Βιργίλιο και στον Όμηρο καθώς και σε ανώνυμους σχολιαστές.
Αξίζει να μεταφέρομε εδώ τις ερμηνείες που δίνει ο Ρόμπερτ Γκρέιβς (ΟΙ ΕΛΛΗΝΙΚΟΙ ΜΥΘΟΙ, Τόμος 2. Εκδόσεις ΚΑΚΤΟΣ, 1998).


1. Ο αριθμός των τέκνων της Μήδειας θυμίζει τον αριθμό των Τιτάνων και Τιτανίδων, τα δεκατέσσερα αγόρια και κορίτσια όμως που κλείνονται μέσα στον ναό της Ήρας θα πρέπει μάλλον να σημαίνουν τις ζυγές και τις μονές ημέρες του πρώτου μισού του ιερο΄που μήνα.
2. Ο μύθος του θανάτου της Γλαύκης ίσως προέρχεται από μια απεικόνιση του ενιαύσιου ολοκαυτώματος στο ναό της Ήρας, η οποία θα έμοιαζε με εκείνην που είδε ο Λουκιανός στην Ιεράπολη (Περί Συρίης θεού 49) . Η Γλαύκη όμως ήταν πιθανώς η ιέρεια με το διάδημα που διηύθυνε τη θυσία και όχι το θύμα. Και η κρήνη θα πρέπει να ήταν το τελετουργικό λουτρό της. Ο Λουκιανός εξηγεί ότι η Σύρια θεά στην πραγματικότητα ήταν η Ήρα, μολονότι είχε μερικά κοινά χαρακτηριστικά με την Αθηνά, ίσως και με άλλες θεές. Εδώ η Εριώπις («μεγαλομάτα») αναφέρεται στην Βοώπιδα Ήρα, ενώ η Γλαύκη («κουκουβάγια») στην Γλαυκώπιδα Αθηνά.  Την εποχή του Λουκιανού κρεμούσαν  οικόσιτα ζώα πάνω στα κλαδιά των δέντρων του ναού της Ιεράπολης και τα έκαιγαν ζωντανά, όμως ο θάνατος των δεκατεσσάρων παιδιών της Μήδειας και η εξιλέωση της γι αυτόν υποδηλώνουν ότι αρχικά το προσφερόμενο θύμα ήταν ο άνθρωπος. Ο κρητικό θεός Μελικέρτης, ο προστάτης των αγώνων των Ισθμίων στην Κόρινθο , ήταν ο Μελκαρθ «ο προστάτης της πόλης», ο φοίνικας Ηρακλής, στο όνομα του οποίου  έκαιγαν χωρίς καμιά αμφιβολία ζωντανά παιδιά (Λευϊτικόν ιη 21 και κ 2, Βασιλειών Α’ ια, Βασιλειών Β’ ΚΓ 10, Ιερεμίας λβ 35). Η φωτιά ήταν ιερό στοιχείο κι έκανε αθάνατα τα θύματα του, όπως ο Ηρακλής έκανε τον εαυτό του αθάνατο πάνω στο όρος Οίτη, ανέβηκε στην πυρά, ξάπλωσε και κάηκε. (βλ. 145, ζ)
3. Το ποιος απ’ όλους – η Μήδεια, ο Ιάσων ή οι Κορίνθιοι – θυσίασε τα παιδιά, αργότερα μόνο αποτέλεσε σημαντικό πρόβλημα, όταν δηλαδή η Μήδεια δεν ταυτιζόταν με την μητέρα του Μαλικέρτη, την Ινώ και όταν η ανθρωποθυσία εθεωρείτο πια βαρβαρισμός. Επειδή κάθε τραγωδία που νικούσε στις γιορτές του Διόνυσου στην Αθήνα, αποκτούσε κύρος και από θρησκευτική άποψη, είναι πιθανότατο οι Κορίνθιοι να πλήρωσαν αδρά τον Ευριπίδη για την γενναιόδωρη τροποποίηση του μύθου που τότε πια είχε γίνει δυσφημιστικός.
4. Η αγάπη του Δία για τη Μήδεια και της Ήρας για τον Ιάσονα (Όμηρος, Οδύσσεια, Απολλώνιος Ρόδιος, Γ 66 ) υποδηλώνει ότι «Ζεύς» και «Ήρα» ήταν προσωνυμίας του βασιλιά και της βασίλισσας της Κορίνθου (βλ. 43.2 και 68.1). Ο Κόρινθος, αν και γιός του Μαραθώνα, λεγόταν «Γιός του Διός», επίσης και Επωπεύς («που βλέπει τα πάντα»), ο πατέρας του Μαραθώνα, είχε την ίδια γυναίκα με τον Δία (Παυσανίας Β 1, 1, Άσιος Απόσπασμα 1)



Η Μήδεια στην εξορία

Μετά τις τραγικές εξελίξεις στην Κόρινθο η Μήδεια αρχικά κατέφυγε στη Θήβα, στον Ηρακλή, ο οποίος της είχε υποσχεθεί να την υποστηρίξει αν ο Ιάσονας αποδεικνυόταν άπιστος και ως αντάλλαγμα εκείνη τον γιάτρεψε από την μανία που τον έκανε να σκοτώσει τα παιδιά του. Άσχετα όμως απ’ αυτό οι Θηβαίοι δεν της επέτρεψαν να εγκατασταθεί στην πόλη τους αφού είχε σκοτώσει τον βασιλιά τους τον Κρέοντα και την κόρη του Γλαύκη. Έτσι αναγκάστηκε να πάει στην Αθήνα όπου ο βασιλιάς της Αιγέας την παντρεύτηκε. Λίγο αργότερα την  κατηγόρησαν πως είχε σκοπό να δηλητηριάσει τον Θησέα και οι Αθηναίοι την εξόρισαν κι έτσι αναγκάστηκε να καταφύγει στην Ιταλία όπου δίδαξε του Μαρούβιους πώς να γοητεύουν τα φίδια. Αιώνες αργότερα στην περιοχή αυτή λατρεύτηκε ως θεά Αγγιτία. Μετά πέρασε για λίγο από την Θεσσαλία, όπου πήρε μέρος σε καλλιστεία με ανταγωνίστρια τη Θέτιδα. Κριτής σ’ αυτούς τους αγώνες ήταν ο μεγάλος βασιλιάς της Κρήτης Ιδομενέας ο οποίος ανακήρυξε νικήτρια την Θέτιδα. Στη συνέχεια παντρεύτηκε έναν ασιάτη βασιλιά που το όνομα του δεν διασώθηκε αλλά λέγεται πως εκείνος υπήρξε ο πραγματικός πατέρας του Μήδειου και όχι ο Ιάσονας.


Όταν έμαθε πως ο θείος της Πέρσης σφετερίστηκε τον κολχικό θρόνο του Αιήτη επέστρεψε στην Κολχίδα με τον Μήδειο που σκότωσε τον σφετεριστή Πέρση και επανέφερε στον θρόνο τον πατέρα της συμπεριλαμβάνοντας τη Μηδία στο βασίλειο της Κολχίδας. Λέγεται ότι τότε πια η Μήδεια είχε συμφιλιωθεί με τον Ιάσονα και τον πήρε μαζί της στην Κολχίδα όπου αργότερα στο θρόνο ανέβηκε ο γιός της Μήδειος. Η ιστορία της Μήδειας έχει ωραιοποιηθεί και διαστρεβλωθεί από του φαντασιόπληκτους μυθοποιούς και ποιητές αλλά και από τους τραγικούς που διαπραγματεύθηκαν τον μύθο της όπως ήθελε ο καθένας. Σχετικά με τον Ιάσονα πίστευαν πως είχε χάσει την εύνοια των θεών γιατί αθέτησε τους όρκους που έδωσε στη Μήδεια επικαλούμενος το όνομα τους κι έτσι περιπλανιόταν από πόλη σε πόλη περιφρονημένος απ’ όλους. Γέρος πια ξαναγύρισε στην Κόρινθο και έφτασε εκεί που είχε αφελκύσει την Αργώ και κάθισε κάτω από το σαπισμένο πια κουφάρι του καραβιού αναπολώντας τις ηρωικές μέρες που πέρασε κυβερνώντας το. Λέγεται πως εκείνη την ώρα το καράβι ξαφνικά γκρεμίστηκε και τον σκότωσε. Ο Ποσειδώνας αργότερα τοποθέτησε την πρύμνη της Αργώς ανάμεσα στ’ αστέρια.

Η Μήδεια δεν πέθανε ποτέ αλλά έγινε αθάνατη και βασίλευε στο Ηλύσιο πεδίο, όπου λέγεται από μερικούς ότι εκείνη ήταν που παντρεύτηκε τον Αχιλλέας και όχι η ωραία Ελένη, όπως γράφτηκε.

Γιώργος Χατζηδάκης

Οι φωτογραφίες είναι αλιευμένες απο το Internet και παρουσιάζουν σκηνές από διάφορες παραστάσεις της Μήδειας ανά τον κόσμο.



Παρασκευή, 18 Αυγούστου 2017

Είναι η «Μήδεια» του Ευριπίδη έργο salon ferment

Σκέψεις για τη Μήδεια του Ευριπίδη 
με την ευκαιρία των φετινών παραστάσεων



Ο παλιός πρωταγωνιστής Νίκος Τζόγιας είχε μια  εντύπωση για τη Μήδεια, ως έργο, πλοκή, διαπραγμάτευση και ουσία, λιγότερο μαρτυρική και οπωσδήποτε ελαφρότερη απ’ όσο έχει επιβληθεί  στις συνειδήσεις του κόσμου. Τη χαρακτήριζε ως ένα έργο salon ferment, δηλαδή σαν ένα ερωτικό δράμα, μια ακραία πράξη μιας ζηλότυπης γυναίκας που ο σύζυγός της την εγκαταλείπει  για κάποια άλλη και αυτή τον εκδικείται με έναν σκληρό και βάρβαρο τρόπο, φθάνοντας στα όρια της παράνοιας. Καμιά σχέση με τα μεγάλα ηθικά και ερεβώδη πάθη, τα πέρα απ’ τον έρωτα, όταν ο άνθρωπος γίνεται άθυρμα της μοίρας, παιχνίδι των ανθρώπινων η θεϊκών σκοπιμοτήτων. Δράματα σαν της Μήδειας με εξέλιξη λιγότερο η περισσότερο δραματική, περιπτώσεις ζηλοτυπίας, απόρριψης και εκμετάλλευσης μιας γυναίκας  άντρα, η και το αντίθετο, μπορούμε να συγκεντρώσουμε ένα σωρό, όχι μόνο από την παγκόσμια δραματουργία και πεζογραφία αλλά και από τη ζωή την ίδια. Τα φεμινιστικά η τα ρατσιστικά είναι προσεγγίσεις του καιρού μας που δεν φτάνουν ούτε πλησιάζουν τα υπαρξιακά μεγέθη που σείονται στον Οιδίποδα, στην Αντιγόνη, στον Κρέοντα, στην Κλυταιμνήστρα, στη Ηλέκτρα, τον Ορέστη, την Ιφιγένεια, στην Εκάβη. Παρά τα ευριπίδεια ευρήματα για πέπλα μουσκεμένα με αναφλεγόμενα υγρά και δηλητήρια και την απροσδόκητη ( δική του η από μηχανής λύση της αμηχανίας) τελική ανάληψη αποθέωση της Μήδειας με το άρμα του παππού της Ήλιου, η τραγωδία αυτή δεν αποκτά τραγικό μέγεθος και σύμφωνα με την άποψη Τζόγια περιορίζεται σε ένα πλαίσιο salon ferment


Σχετικά με το εντελώς απροσδόκητο φινάλε, δεν μπορώ να φανταστώ τον Ευριπίδη ούτε στιγμή να διστάζει για το εξωφρενικό του εύρημα, εμπιστευόμενος τους φιλόλογους και θεωρητικούς του μέλλοντος πως θα επινοούσαν όχι μια αλλά εκατό ερμηνείες. Ο αναδρομέας στις στήλες των κριτικών, φιλολόγων η θεατρολόγων θα συναντήσει εντυπωσιακές καλλιλογίες περί εναντίωσης στον πατριαρχικό κατεστημένο, αποτίναξη του επιβεβλημένου ρόλου της μητρότητας και εσχάτως περί προκατάληψης του εξευγενισμένου κόσμου στο ανεξέλεγκτο ξέσπασμα μιας ψυχολογικής διαφορετικότητας και άλλα ηχηρά παρόμοια. Να σημειώσουμε ωστόσο πως καμιά αναφορά δεν γίνεται ως το σημείο εκείνο του έργου για το ενδιαφέρον του παππού της Ήλιου στα δεινά της εγγονής του. Σχετικά με την επέμβαση του Ήλιου οι σύγχρονοι του συγγραφέα δεν αναρωτήθηκαν άραγε γιατί ο στοργικός παππούς δεν επενέβη να σώσει τον εγγονό του Άψυρτο, όταν η αδελφή του η Μήδεια τον έκοβε κομματάκια; Κι ακόμη γιατί η Κίρκη, αδερφή του πατέρα της, κόρη του Ήλιου κι αυτή, σύμφωνα με το έπος του Απολλώνιου και των προγενέστερων πηγών του, συναινεί να  κάνει τις τελετές καθαρμού στην ανεψιά της που βαρύνεται με τόσα ανόσια εγκλήματα;

                                                                                                                                                                           
Στην απομυθοποιητική άποψη του salon ferment έρχεται να προστεθεί και η αμηχανία των σκηνοθετών που προβληματίζονται πως να διαχειριστούν την μονοδιάστατη και στατική πλοκή και την αμετάβλητη απ’ αρχής οργή της Μήδειας που ξεκινάει και ξετυλίγεται μονόχορδα με το ίδιο παράπονο, τις ίδιες κατάρες και τις απειλές και την συγχορδία της Παραμάνας στο ίδιο μήκος κύματος. Κι αλήθεια θα δυσκολευτούμε να θυμηθούμε παραστάσεις της Μήδειας που ξεχώρισαν, πέρα από τις ερμηνείες του κεντρικού ρόλου, που κι εκεί ωστόσο δεν είχαμε καμιά ιστορική επίδοση. Ακόμα και τις κριτικές να διαβάσει κανείς σε μια διάρκεια σαράντα χρόνων δεν θα συναντήσει παρά κείμενα, αρνητικά η θετικά, που αγωνίζονται να διακρίνουν κάποια αξιοσημείωτα στοιχεία στις παραστάσεις η στο έργο ίσα για να  δικαιώσουν τον ρόλο του κριτικού. Δεν είχα την ευκαιρία να γίνω αποδέκτης των απόψεων και άλλων εκτός από τον Τζόγια, το Σολομό και τον Βολανάκη, που εξομολογούνταν την αμηχανία τους για την ανεπάρκεια του κειμένου, αλλά κρίνοντας από την προσφυγή όλων των σκηνοθετών σε σκηνογραφικά και φωτιστικά εφέ, διακρίνω την ίδια δυσφορία σε όλους όσων τις παραστάσεις είχα την ευκαιρία να δω. Εξ άλλου στην απρόοπτη εμφάνιση του ηλιακού άρματος μπορούμε να αναγνωρίσουμε την ίδια αμηχανία και εκ μέρους του συγγραφέα.



Η αντίληψη του salon ferment δεν βρίσκει εύκολα οπαδούς όσο υπάρχει η ιδεοληψία του μεγαλείου της αρχαιότητας. Ούτε οι σκηνοθέτες δεν αναγνωρίζουν δημόσια και μεγαλόφωνα την μονοδιάστατη δραματουργική φόρμα του έργου που είναι υποχρεωμένοι να μεταβάλλουν σε παράσταση με ενδιαφέρον και ουσία. Θυμάμαι πως ακόμα και ο ευφάνταστος και ευρηματικός Αλέξης Σολομός, που θεωρήθηκε επαναστατικός και ρηξικέλευθος σκηνοθέτης στο χώρο του αρχαίου θεάτρου με παραστάσεις του όπως οι εμβληματικές «Ικέτιδες» του Αισχύλου το 1964 και πολλές άλλες, ακόμα κι αυτός, όταν επρόκειτο το 1976 να σκηνοθετήσει την «Μήδεια» με τη Χατζηαργύρη στην Επίδαυρο και Ιάσονα τον Τζόγια, σταύρωνε άπραγος και αμήχανος τα χέρια  και εμπιστευτικά ομολογούσε πως κάθε έμπνευση αρνιόταν να τον υπηρετήσει. Την ίδια χρονιά ο Βολανάκης με τη Μελίνα και τον Παπαμιχαήλ στην Επίδαυρο κι αυτοί, μοιράστηκαν την ανεπάρκεια του κειμένου και το μόνο που αποτολμήθηκε να υπαινιχθεί κάτι τολμηρότερο ήταν το σκηνικό του Αμερικάνου Μίτσελ που σχεδίασε ως πεδίο της παράστασης ένα αιδοίο η μια μήτρα, μια χοάνη φόβου και τρόμου, δηλαδή την αγριότητα της γυναίκας ως μητέρας η ερωτικής συντρόφου, κάπως σαν έναν ερεβώδη κρατήρα όπως σκοτεινή απειλητική οπή που σαν σαν συμβολική προειδοποίηση μπήκε κάτω από το συζυγικό κρεβάτι στη φετινή Μήδεια της Μαριάννας Κάλμπαρη. Δεν είχα, όπως σημείωσα την ευκαιρία να γίνω αποδέκτης και άλλων εκτός από τον Τζόγια, το Σολομό και τον Βολανάκη, που εξομολογούνταν την αμηχανία τους για την ανεπάρκεια του κειμένου, αλλά κρίνοντας από την προσφυγή όλων σε σκηνογραφικά και φωτιστικά εφέ φαντάζομαι την ίδια δυστοκία σε όλους όσων τις παραστάσεις είχα την ευκαιρία να δω. Εξ άλλου στην απρόοπτη εμφάνιση του ηλιακού άρματος και μόνο μπορούμε να φανταστούμε την ίδια αμηχανία και εκ μέρους του τραγικού ποιητή.



Μια παρατήρηση εδώ περί της δήθεν βαρβαρότητας της Μήδειας που επανέρχεται πολύ συχνά ως στοιχείο προβληματισμού. Ο πατέρας της Μήδειας, ο Αιήτης, γιός του Ήλιου, αδελφός της Κίρκης και της Πασιφάης, είναι Κορίνθιος στην καταγωγή και μάλιστα από σόϊ αρχοντικό αφού διατηρεί δικαιώματα στο θρόνο, που τα αποκτά ο Ιάσονας κι έτσι ως σύζυγος της Μήδειας γίνεται βασιλιάς στην Εφύρα – παλαιότερη ονομασία της Κορίνθου. Το θέμα της Μήδειας δεν είναι η καταγωγή της αλλά ο θρησκευτικός της προσανατολισμός. Ενώ όλη η μεγάλη της οικογένεια είναι πιστή στην πατρογονική ηλιακή λατρεία, η Μήδεια ξεστρατίζει και ασπάζεται την σεληνιακά και μάλιστα την σκοτεινή της πλευρά, τη θεά Εκάτη. Είναι βέβαιο πως εδώ, στο θρησκευτικό μέρος, το απάνθρωπο των θρησκειών, ο αμφισβητίας Ευριπίδης, τολμάει διακριτικά να μας κάνει ένα νεύμα. Ηλιακός ο Ιάσονας (να θυμηθούμε πως και η Υψιπύλη, βασίλισσα της Λήμνου, με την οποία ο πρίγκιπας της Ιωλκού, περαστικός με τους συντρόφους του απ’ το νησί. κάνει μαζί της δυο γιούς, είναι κι αυτή εγγονή του Ήλιου, κόρη του επίσης γιού του Ηλιου Θόαντα, που κι αυτός όταν εξορίζεται από τη Λήμνο, γίνεται βασιλιάς στη χώρα των Ταύρων), εκμεταλλευτής, καιροσκόπος, και ηθικός αυτουργός τόσων κακών που μαζί με την σεληνιακή φόνισσα Μήδεια, αποτελούν μια καταγγελία για τους θρησκευτικούς φανατισμούς. Ίσως να υπήρχαν νύξεις ουσιαστικότερες από μέρους του συγγραφέα, δυσανάγνωστες και δυσπρόσιτες σήμερα, αφού τη φύση, τους προβληματισμούς, τις διαθέσεις και τους στόχους του Ευριπίδη εξακολουθούμε σήμερα να τους διερευνούμε ‘όχι μόνο στα επίπεδα των κοσμοθεωριών του, θεολογικών και ηθικών αλλά και προς την κατανόηση και κατάταξη των αισθητικών μορφών του έργου του. Το φαινόμενο Ευριπίδης δεν έχει παρουσιαστεί ακόμα με φωτισμένες τις σκιές του.
                                                                                                                                                                
                           
Οι παλαιότεροι σκηνοθέτες είτε από σεβασμό είτε από δεοντολογία δεν τόλμησαν να προσθέσουν στη Μήδεια άλλα κείμενα άλλων συγγραφέων και άλλων εποχών, διαφορετικής αισθητικής και θεματολογίας ώστε να ενισχύσουν την παράσταση ανοίγοντας τις δυνατότητες σε μια πιο πλούσια, πιο ενδιαφέρουσα και πιο θεατρική  εντύπωση. Αυτές οι νοθεύσεις είναι από αρχής κατακριτέες. Δεν επιτρέπεται να μπασταρδεύονται τα αρχαία κείμενα, αυτά τα κειμήλια της πρωταρχικής θεατρικής εμπειρίας που οι φιλόλογοι και οι γραμματικοί με κόπους και κινδύνους, ενάντια σε πολλές αντιξοότητες, διαφύλαξαν την ακεραιότητα τους μέσα στους αιώνες. Αν ωστόσο αποδεχθούμε πως κάποια κείμενα είναι ανεπαρκή για να κρατήσουν το ενδιαφέρον του θεατή του 21ου αιώνα, το απαιτητικού, του χορτασμένου από θεατρικές και κινηματογραφικές υποθέσεις, ας επιχειρήσουμε να ενισχύσουμε τη Μήδεια, να την «ανοίξουμε» στις διαστάσεις ενός ανοιχτού αρχαίου θεάτρου, όπου είναι και  ο φυσικός της χώρος. Το έργο του Ευριπίδη που αποτελεί το αντικείμενο μας είναι το τελευταίο επεισόδιο ενός μακρού πολυτάραχου και πολυκύμαντου έπους, της Αργοναυτικής εκστρατείας. Εκεί η βασιλοκόρη της Κολχίδας έχει ένα ευρύτατο πεδίο να αναπτυχθεί, να κλιμακωθεί και να δράσει, να  μετέλθει μια γκάμα αντιδράσεων, μεταπτώσεων, ψυχολογικών και ηθικών μεταλλάξεων που επιτρέπει στον αναγνώστη θεατή να παρακολουθήσει την εξέλιξη της προσωπικότητας της, τις μεταβολές και τις μεταμορφώσεις της και να γίνει μάρτυρας της μετάβασης της από την αθωότητα στις σπείρες του θηριώδους. Να δει την άγουρη εύπιστη παρθένα να γίνεται αιματοβαμμένο τέρας κάτω από την επίδραση μιας άγριας σκοτεινής θεότητας, φανατισμένο έρμαιο μιας θρησκείας άγριας και απάνθρωπης - φαινόμενα πολύ γνωστά στις μέρες μας.  Παράλληλα άθυρμα υπό το κράτος ενός ολέθριου νοσηρού πάθους που την χειραγωγεί με ταξίματα και υποσχέσεις, καθόλου άγνωστα στο σημερινό κόσμο. Απόλυτα δικαιωμένη – αν όχι απαραίτητη - θα ήταν η προσφυγή στις πηγές και στα κείμενα της ίδιας ιστορίας, μιας και το τερματικό επεισόδιο που διαπραγματεύεται ο Ευριπίδης δεν είναι δυνατό να συμπεριλάβει όλες αυτές τις πληροφορίες, παρά την προσπάθεια της Μήδειας και της Παραμάνας να τις καλύψουν. Υπάρχει ένα ολόκληρο ατόφιο έπος με τίτλο «Αργοναυτικά» γραμμένο από τον Απολλώνιο Ρόδιο, ( 3ο αιώνα π. Χ.) έφορο της βιβλιοθήκης της Αλεξάνδρειας που ασφαλώς θα είχε στη διάθεση του πολλά προγενέστερα κείμενα, ποιήματα και μέρη επικών κύκλων για τους Αργοναύτες και την Μήδεια που οι σχετικές μελέτες (ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΑΡΧΑΙΑΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ των P. E. Esterling και B.M.W. Knox,  σε μετάφραση Ν. Κονομή, Χρ, Γρίμπα, Μ. Κονομή. Εκδόσεις Δημ. Ν. Παπαδήμα - Αθήνα 1990)  αναφέρουν πολλά απ’ αυτά, για μας σήμερα χαμένα δυστυχώς όλα. Ωστόσο, δεν είναι μόνο τα «Αργοναυτικά» του Απολλώνιου Ρόδιου που προσφέρονται για εμπλουτισμό της Μήδειας του Ευριπίδη, εμπλουτισμό σκηνοθετικών και περιμετρικών προσθηκών και όχι αλλοίωση του κλασικού κειμένου. Για ανάλογη ενίσχυση είναι πρόσφορα και τα «Αργοναυτικά» έπος που αποδίδεται σε μεταγενέστερους συγγραφείς και ποιητές, μύστες του Ορφισμού, τους Ορφείς. Τα ορφικά Αργοναυτικά αφηγούνται το έπος με μικρές διαφορές και διεκδικούν την αυθεντικότητα μιας και ο Ορφέας αναφέρεται ως αυτόπτης που συμμετείχε στο ταξίδι.



Ίσως πράγματι η Μήδεια του Ευριπίδη να είναι και salon ferment, σαν έργο του συγκεκριμένου συγγραφέα όμως έχει ανάγκη προσεκτικότερης ανάγνωσης, έναν κατατοπισμένο φιλολογικό σύμβουλο και την ανάγκη  να πλαισιωθεί από κομμάτια της ίδιας ιστορίας, τα προγενέστερα του πολυκύμαντου έπους  που θα μορφώνουν πληρέστερα το θεατή για τα πρόσωπα, τους χαρακτήρες, τα ήθη και τους στόχους. Και προ πάντων η παράσταση να μη παραφορτώνεται με συμβολισμούς και με ξένα και αλλότρια συγκολλήματα που αποπροσανατολίζουν

Γιώργος Χατζηδάκης




Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

Τι κομίζεις εις την τέχνη με τη σκηνή του αυνανισμού, ω Φεζολλάρι ;


Ελβίρα Ντόνες: «Ορκισμένη Παρθένα»                                               Φεστιβάλ Αθηνών


 Στην Αλβανία οι γυναίκες ζουν μια φρικτή καταπίεση. Όπως και σε όλα τα βαλκάνια ανάλογα με την κουλτούρα του κάθε λαού, κατά περίπτωση το φαινόμενο είναι σκληρότερο η ηπιότερο. Στην ανατολική Τουρκία για παράδειγμα, σε απλές παραβιάσεις των κανόνων ( υπάρχουν κι εκεί ανάλογοι κανόνες και όρκοι) η ποινή είναι θάνατος. Ωστόσο στη βόρεια Αλβανία ιδίως, που όλες οι νοοτροπίες είναι ερμητικές, οι αντιλήψεις για τη γυναίκα είναι πολύ σκληρές.  Φυσικά αφήνουμε απ’ έξω τις συνθήκες στα θεοκρατικά καθεστώτα, στις μπούργκες, στην κλειτοριδεκτομή και στους θανάτους με λιθοβολισμό σε κάθε παραβίαση των κανόνων. Απ αυτή την άποψη το έργο – σενάριο του Φεζολλάρι, μεταφορά από νουβέλα της Ελβίρα Ντόνες και απόπειρα μεταφοράς στην σκηνή της ταινίας της Λάουρα Μπισμπούρι, δεν έχει να μας πει τίποτα καινούργιο, ούτε βρήκε κανέναν ιδιαίτερο τρόπο να μας το πει.  Ωστόσο η περίπτωση της γυναίκας που δίνει όρκο πως θα παραμείνει παρθένα, πως βγαίνει απ’ το αναπαραγωγικό παιχνίδι, πως δηλώνει ουδετερότητα, μια «μοναχή» εν τω κόσμω, με συμπεριφορά, εμφάνιση  και όνομα αντρικό, μια ταγμένη στην αποχή, δεν είναι θέμα χωρίς ενδιαφέρον. Αντίθετα το ίδιο θέμα στην ταινία προκάλεσε έντονες εντυπώσεις και καλές κριτικές. Αυτό το ίδιο θέμα  σε θεατρική μεταφορά θα μπορούσε να προκαλέσει ένα ενδιαφέρον αν είχε αναπτυχθεί με έναν ειρμό, με μια συνέπεια, με μια λογική ώστε ο αποδέκτης να παρακολουθεί απρόσκοπτα την αφηγηματική διεξαγωγή, έστω και με ελλειπτικότητες ποιητική αδεία και με τα εμβόλιμα που καλοβαλμένα υπάρχουν και στην ταινία. ( Η ταινία, για κάθε ενδιαφερόμενο είναι προσφερόμενη στο ΟΤΕ/ΤV.) Αντίθετα το όλο θέαμα στην παράσταση που παρακολουθήσαμε ήταν ασυνάρτητο, ασύντακτο, φίρδην μίγδην και ο θεατής απελπίζεται όσο κι αν προσπαθεί του να βρεί έναν μπούσουλα, έναν δρόμο  για να παρακολουθήσει το αφήγημα. Σαν να σκόρπισαν οι σελίδες του σεναρίου και οι σκηνές φτάνουν στη σκηνή ανάκατες, μπρος πίσω, σαλατοποιημένες, που κανένα άλλοθι περί τάχα άποψης δεν μπορεί να το δικαιολογήσει. Για όποιον έχει παρακολουθήσει την ταινία φαίνεται πολύ καθαρά πως ο σκηνοθέτης της παράστασης προσπαθεί απελπισμένα και ατελέσφορα να κοπιάρει την ταινία αλλά στο κοπιάρισμα στραβοπατάει, μπερδεύεται και τσαλαβουτάει και στραπατσάρεται.



Ωστόσο, όπως υπάρχει ο «Κανούν» για τη συμπεριφορά της γυναίκας στην Αλβανία έτσι υπάρχει και κανόνας απαράβατος, ο χρυσός «Κανούν του θεάτρου», που έχει δυο πολύ βασικά άρθρα και είναι απαραίτητο να τηρούνται για να λειτουργήσει μια παράσταση. Πρώτο να προκύπτει κάποιο ενδιαφέρον στην ιστορία που αναλαμβάνει να αφηγηθεί ο υπεύθυνος και δεύτερο να μας την αφηγηθεί με τρόπο, εύληπτο, κατανοητό, αισθητικό, ευπρόσδεκτο.  Στην περίπτωση της θεατρικής παράστασης της «Ορκισμένης Παρθένας» και οι δύο κανόνες παραβιάζονται βάναυσα. Το όποιο ενδιαφέρον μπορεί να έχει το θέμα εξατμίζεται από την ανεπάρκεια του σκηνοθέτη να το αφηγηθεί με θεατρικούς όρους. Επί πλέον προσβάλλεται κάθε έννοια θεάτρου, σκηνικής διεξαγωγής και υποκριτικής ικανότητας, ρυθμών, κίνησης και εικαστικής συμμετοχής και στοιχειώδους καλλιτεχνικού σεβασμού. Κι ακόμα στοιχειώδης μέριμνα για την προφύλαξη του θεατή από οποιασδήποτε μορφής κακουχία όπως η βάσανος των υπερβολικών και συνεχών κραυγών, οι εκκωφαντικές εντάσεις των ηχείων που μαζί με τα προαναφερθέντα δημιουργούσαν  αφόρητες και κυριολεκτικά απάνθρωπες συνθήκες για κάποιον που αποφάσισε να παρακολουθήσει το θέαμα.

Αρθρογραφώντας  κατά καιρούς, παλαιότερα αλλά και πρόσφατα, έχω  τονίσει την ιστορική αναγκαιότητα να αναλάβουμε πρωτοβουλίες πολιτιστικών δεσμών με τις γειτονικές μας χώρες, κυρίως τους βαλκανικούς λαούς που μας συνδέουν πολλά και ποικίλα. Η γλώσσα μας, ιδιαίτερα την τελευταία εικοσαετία με τις αυξημένες επικοινωνίες μεταξύ των γειτονικών πληθυσμών, Αλβανών, Σκοπιανών, Ρουμάνων, Σέρβων, Τούρκων, έχει σε πολύ μεγαλύτερο ποσοστό διαδοθεί. Η ιστορία, η μυθολογία και οι παραδόσεις, τα λαϊκά δρώμενα, τα τραγούδια όλων την βαλκανικών λαών έχουν μια κοινή  αφετηρία. Οι εθνολογικές ιδιαιτερότητες εξ άλλου, κυρίως στα απομονωμένα μέρη των χωρών, στους τόπους των κλειστών ηθών και των διαιώνιων παραδόσεων, έχουμε κι εκεί κοινά στοιχεία. Στις ελληνικές δραματικές σχολές, σε ανώτατα εκπαιδευτικά ιδρύματα, σε θεατρικές παραστάσεις το αλβανικό κυρίως στοιχείο είναι εντυπωσιακά παρόν. Ο υπογραφόμενος είχα την ευκαιρία να συνεργαστώ στενά με δυο Αλβανίδες ηθοποιούς σε έργα κλασικού ρεπερτόριου και σαν καθηγητής δραματικών σχολών είχα πολλούς μαθητές από τον μεταναστευτικό χώρο. Παρακολούθησα εξ άλλου τα γυρίσματα ενός νέου ιδιαίτερα προικισμένου και βραβευμένου Αλβανού σκηνοθέτη και είμαι σε θέση να μιλήσω με θαυμασμό για την απόδοση των θεατρικών και κινηματογραφικών συμπράξεων Ελλήνων και αλλοδαπών γειτόνων. Πρόχειρα μπορώ να θυμηθώ την παράσταση «10%»  που είχα παρακολουθήσει στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου» και την είχα εγκωμιάσει αλλά και πολλές άλλες περιπτώσεις που μπορούν να εξαρθούν για την ποιότητα τους. Η συγκεκριμένη παράσταση της «Ορκισμένης Παρθένας» δεν προσφέρει κανένα σημείο όχι επαίνου αλλά ούτε απλής ανοχής. Αντίθετα μας εμπνέει απέχθεια και αγανάκτηση, αναθεωρήσεις και επιφυλάξεις.

Ναι, η φεστιβαλική παράσταση του Φεζολλάρι ήταν μια θεατρική κακομεταχείριση από κάθε άποψη, όλων των στοιχείων, των παραμέτρων και όλων των ατόμων που συμμετείχαν, εκτός από την κύρια και ξεχωριστής συμμετοχής ηθοποιό που διασώθηκε εν μέσω γενικού χαμού, την Παρθενόπη Μπουζούρη, μια γυναίκα που ως σήμερα μας έχει δώσει καλά ως εξαιρετικά δείγματα υποκριτικής ποιότητας και σκηνικού ήθους. Με εντυπωσιακή εμφάνιση και καλοφτιαγμένο σώμα, σε οφθαλμοφανή αντίθεση με το υπόλοιπο πλήρωμα. Αναμφισβήτητα και μέσα απ’ αυτόν τον συρφετό η παρουσία της ξεχωρίζει από κάθε άποψη. Αυτή η καθαρή διάκριση εμπνέει και έναν παραλληλισμό σε σχέση με το βασικό θέμα του αφηγήματος. Το όλο αντιαισθητικό, αποτρόπαιο και βίαιο περιβάλλον, άνθρωποι, σκηνογραφία, σκηνοθεσία, μουσικές επιλογές, κακοτεχνίες, ασχήμια κλπ αποτελούν ένα σύνολο βαρβαρότητας που έχει κυκλώσει την συγκεκριμένη καλλιτέχνιδα και  την στραγγίζει, την πνίγει, την διαπομπεύει, την εκμεταλλεύεται με κάθε τρόπο ξεμερδίζοντας την. Τι αδικία ! Ο συμβολισμός ωστόσο είναι αναγνώσιμος.



Ένας κριτικός όταν έχει περάσει πολλά χρόνια υπηρετώντας αυτή την ιδιότητα έχει κατακτήσει το δικαίωμα και την υποχρέωση να θέτει ερωτήσεις με απαίτηση να πάρει απάντηση . Με βάση αυτό το σκεπτικό ρωτάω τον αυτουργό που έχει την ευθύνη και την έμπνευση, ποια καλλιτεχνική, νοηματική, ιδεολογική η κοινωνική αναγκαιότητα επέβαλε την ωμή σκηνή του αυνανισμού, της γυναίκας που ολόγυμνη και όρθια αυνανίζεται στο προσκήνιο φάτσα φόρα; Το ίδιο ερώτημα προκύπτει και για τον βιασμό που με τον ίδιο τρόπο και πολύ πιο χυδαία εκτελείται επίσης στο προσκήνιο; Τι εκόμισες εις την τέχνη άμοιρε Φεζολάρι με τις άθλιες καθαρά και μόνο πορνογραφικές αυτές σκηνές. Ελπίζω κάποιος απ’ τους αυτουργούς να μου απαντήσει η έστω κάποια απ΄ τα ενεργούμενα που γράφουν τις ενθουσιώδεις κριτικές. Στο μεταξύ κουνάω μελαγχολικά το κεφάλι με τη διαπίστωση πως νοσούμε πολύ βαθειά ως κοινωνία και πως το θέατρο έχει μολυνθεί σε μεγάλο βαθμό. Ποια λοιπόν η καλλιτεχνική αναγκαιότητα του χυδαία και αναίτια προβεβλημένου αυνανισμού στην παράσταση σου ω Φεζολλάρι; Υπάρχει απάντηση;

Γιώργος Χατζηδάκης


ΥΓ. Μια απορία. Αυτή η αλλόκοτη φιγούρα που περιφερόταν άσκοπα κι άλλοτε καθόταν, χωρίς οργανικό ρόλο ψελλίζοντας που και που κάποια άσχετα και δυσδιάκριτα, ήταν η σκηνοθέτης και καθηγήτρια λόγου Άντζελα Μπρούσκου που κάποτε με είχε εντυπωσιάσει με μια εξαιρετική «Μήδεια» κι αργότερα στο «Ναι» της Καραπάνου;




Τετάρτη, 12 Ιουλίου 2017

Θεοφαγία, η μήπως πολλά περισσότερα


«Ξαφνικά πέρυσι το καλοκαίρι» Τένεσση Ουίλιαμς                           Ελληνικό Φεστιβάλ - Εταιρία Θεάτρου «Χάπι Εντ».


Ευτύχησα να παρακολουθήσω την παράσταση ενός από τα σπουδαιότερα θεατρικά έργα του 20ου αιώνα. Δυσκολεύομαι να φέρω στο μυαλό μου έργα με ανάλογη αξία. Μετακινώντας την αναζήτηση μου σ’ όλη την πορεία της μεταβιομηχανικής δραματουργίας δεν συναντώ σε κανέναν χώρο έργα με τέτοια σαφήνεια και λιτότητα της εικόνας των δυτικών κοινωνιών, της ηθικής και των μηχανισμών συμπεριφοράς, νοοτροπίας και ηθικής, ψυχοπαθολογικής νοσηρότητας, διαστροφών και εξαρτήσεων, υπαρξιακής απόγνωσης και πολλαπλών καταπιέσεων σε βαθμούς εκρηκτικούς. Σε συμβολισμούς και προεκτάσεις. Αλλά και έργα διορατικά, προφητικά σε βάθους μισού αιώνα στο μέλλον. Αυτή είναι η πολιτική ανάγνωση του έργου. Η μια του διάσταση. Η άλλη πλησιάζει περισσότερο, εισχωρεί σαν νυστέρι με κάμερα και περιγράφει τις εσωτερικές λειτουργίες των παθών δίνοντας στο θεατή δυο εικόνες ταυτόχρονα, μια της όψης, του περιβάλλοντος και μια δεύτερη των έσωθεν αναταραχών και μοχλεύσεων.



Πρόσωπα κυριευμένα από δυνατά πάθη, ανάγκες και κίνητρα, συμφύρονται, σφαδάζουν κυριολεκτικά, συγκρούονται εξαναγκάζοντας, εκβιάζοντας, απειλώντας, εκλιπαρώντας, με μοναδικό στόχο να μην αποκαλυφθεί η αλήθεια, να διατηρηθεί η πλάνη, να μην διαλυθεί ο μύθος, αξία άξονας του συστήματος, να μην αμαυρωθεί το ιερό πρόσωπο. Σαν μια συνωμοσία ενός ιερατείου με αλληλοεξαρτώμενα συμφέροντα που πασχίζει να μην αποκαλυφθεί πως ο θεός είναι ανόσιος. Είναι μια ακραία ερμηνεία, μια ανάγνωση που μας πάει πολύ μακριά σε προεκτάσεις που ο συγγραφέας, ίσως ή βέβαια δεν είχε την πρόθεση να μας μεταφέρει, να ταυτίσει δηλαδή τον Σεμπάστιαν, με τον μαρτυρικό του θάνατο και την ωμοφαγία του θεϊκού σώματος ( "λάβετε φάγετε, τούτο εστί το σώμα μου" ) με την έννοια κάποιου θεού η προφήτη. Ας εγκαταλείψουμε την άποψη αυτή που ξεστρατίζει την κριτική μας αν και θα μπορούσαμε να την υποστηρίξουμε στερεότερα με προσφυγή στις μελέτες του Ρόμπερτ Γκρέιβς, του Γιαν Κοττ, του δικού μας Γιώργου Πεφάνη κ.ά περί της ωμοφαγίας του σώματος του θεού για να γεννηθεί εκ νέου. (Διόνυσος). Δεν πιστεύω ωστόσο πως ο συγγραφέας είχε συγκεκριμένο κάποιον τέτοιο στόχο, αν και το όνομα Σεμπάστιαν, άγιος Σεβαστιανός με μαρτυρικό όρθιο θάνατο, προστάτης των ανδρών, όπως και τα σαρκοφάγα φυτά που τρέφει στη σέρα του, όλα αυτά τα σήματα θα μπορούσαν να μας «πονηρέψουν», η συγγραφική ιδιοσυγκρασία του Ουίλιαμς εν τούτοις μας αποτρέπει να στραφούμε προς μια παρόμοια πρόθεση. Εγκαταλείπουμε λοιπόν την αποσημειολόγηση - αν και είναι προκλητική - και περιοριζόμαστε σε οικείες ευανάγνωστες προσεγγίσεις.



Γίνεται σαφές από το κείμενο πως η πλούσια Χάριετ Βέναμπλ και ο γιος της Σεμπάστιαν είχαν αναπτύξει μια πολύ στενή σχέση, κατακάθαρα ερωτική. Εξάρτηση και κτητικότητα. Είναι ξεκάθαρο επίσης πως ο γιος είναι ομοφυλόφιλος και στα ταξίδια που τον συντρόφευε η μητέρα του, αναζητούσε ερωτικούς συντρόφους και τον ίλιγγο μιας έξαψης. Στο τελευταίο ταξίδι του αναγκαστικά τον συντρόφεψε η εξαδέλφη του Κάθρην, όμορφη και θελκτική που ο αδίστακτος Σεμπάστιαν της ζήτησε να εμφανίζεται όσο το δυνατόν πιο προκλητική, ένα ερωτικό δέλεαρ για να κεντρίζεται το ενδιαφέρον το αγοριών προς τους δυο τους. Τα ντόπια μαύρα αγόρια, μαζεύονται πεινασμένα και βουλιμικά πίσω από ένα διαχωριστικό κιγκλίδωμα που τα κρατούσε σε απόσταση. Ένα σύνορο ασφαλείας ανάμεσα σε δυο κόσμους, σε δυο πολιτισμούς, σε δυο παραλλαγές του ανθρώπινου είδους που η καθεμιά επιβουλεύεται την άλλη. Ο Σεμπάστιαν εκπροσωπεί τον αναπτυγμένο κομμάτι της ανθρωπότητας, το εξελιγμένο, το προϊόν μιας εκλεπτυσμένης κουλτούρας, χορτάτης και καλοζωισμένης, τρυφηλής και εκφυλισμένης, έκδοτης σε αναζήτηση ηδονών και απολαύσεων κι απ’ την αποκεί πλευρά, το σμάρι των αγοριών, ημιάγριων, ανήμερων, πεινασμένων διεγερμένων και εξαγριωμένων, με ένστικτα αχαλιναγώγητα. Ο Σεμπάστιαν παραβιάζει το σύνορο, σπρωγμένος από ασυγκράτητο παροξυσμό του πάθους του περνάει στο χώρο του άλλου κόσμου και ανεβαίνει ένα λόφο. (άλλη μια σημειολογική πρόκληση). Τα αγόρια τον ακολουθούν. Τον φθάνουν και κόβοντας κομμάτια από το κορμί του τον τρώνε. Η Κάθρην, συνταραγμένη από τη φρίκη της κανιβαλικής τελετουργίας που έγινε μάρτυρας επιστρέφει και αφηγείται το περιστατικό. Η μητέρα αρνείται την πραγματικότητα της αφήγησης αποκρούοντας το φρικτό τέλος του γιου της που διαλύει την ιδεώδη εικόνα του αποκαλύπτοντας και το νοσηρό του πάθος. Προσπαθεί εκβιάζοντας αλλά και δελεάζοντας με δωρεές έναν ψυχίατρο (ο πειθαναγκασμός της επιστήμης στην εξυπηρέτηση των σκοπιμοτήτων;) να διαγνώσει σχιζοφρένεια και να φθάσει ως τη λοβοτομή στην ανιψιά της, προκειμένου να σταματήσει η να υπονομευθεί η αποκάλυψη. Ταυτόχρονα πιέζει την μητέρα και τον αδελφό της Κάθρην, με οικονομικά ανταλλάγματα να πείσουν την μοναδική μάρτυρα να αλλάξει την περιγραφή των γεγονότων. Ένα δίκτυο ψυχαναγκασμών, απειλών και εξαγορών που δεν καταφέρνουν τελικά να κάνουν την εξαδέλφη να σωπάσει κι έτσι μέσα σε μια κρίση που βαθμιαία και σπασμωδικά κορυφώνεται ολοκληρώνει την περιγραφή.

Τι να θαυμάσει ως εδώ ο σχολιαστής; Την πλέξη και την πλοκή των γεγονότων, την λιτότητα και την σαφήνεια της εξέλιξης, την πλαστική διαγραφή των ρόλων, των χαρακτήρων, των μεταπτώσεων και των αντιδράσεων, την ποίηση που τυλίγει αυτό το φρικιαστικό δραματούργημα, τον ευκρινή συμβολισμό των προσώπων που το καθένα είναι γρανάζι και ελατήριο ενός απάνθρωπου και ανήθικου μηχανισμού; Την ιδιομορφία της σύλληψης που το κεντρικό πρόσωπο του δράματος, αυτός που με τη ζωή και τον θάνατο του φόρτισε με εκρηκτικές γομώσεις όλα τα πρόσωπα που αγκομαχούν εξ αιτίας του απουσιάζει;. Τι πρωτότυπη και συνάμα ιδιοφυής έμπνευση να στήνεται ένα έργο στην απουσία του πρωταγωνιστή, στις συνέπειες ενός φρικώδους τέλους, μιας μακάβριας τελετουργίας η μήπως ενός Μυστηρίου. Δύσκολη δουλειά για ένα κριτικό σημείωμα να αφεθεί στις προκλήσεις, εκεί όπου τον τραβάει η σαγήνη της περαιτέρω ανάλυσης. Δύσκολο να αγνοήσει τις προτάσεις για εξερευνήσεις και αναλύσεις που δέχεται σχεδόν από κάθε παράγραφο του πολυπρισματικού αυτού έργου. Αλλά το παρόν μια κριτική είναι και τίποτα πιο φιλόδοξο. 

Στρέφομαι λοιπόν στο κιγκλίδωμα. Στο σύνορο των δύο κόσμων. Στο φράγμα που προφυλάσσει τον πολιτισμένο κόσμο μας από το ποσοστό της ανθρωπότητας που πεινάει, νοσεί, αλληλοσπαράσσεται, στερείται και επιθυμεί τα στοιχειώδη της διαβίωσης και μας επιβουλεύεται. Παρατηρώ το σκόπιμο μοστράρισμα της προκλητικής Κάθρην στην κορυφή του τείχους να διεγείρει τα ζωώδη πεινασμένα αγόρια του από κει κόσμου και σκέπτομαι διάφορες εκμαυλιστικές αντιστοιχίες, όπως τις τηλεοράσεις των δυτικών χωρών που προβάλλουν τον λαμπερό δικό μας κόσμο, την ευμάρεια, τον επίγειο παράδεισο των απολαύσεων, των ηδονών και της αφθονίας και δεν δυσκολεύομαι να παραλληλίσω το διαχωριστικό κιγκλίδωμα που παραβιάζουν τα μαύρα αγόρια με την πλημμύρα της ασυγκράτητης μετανάστευσης των μαζών του τρίτου κόσμου που ξεχύνεται ασταμάτητα πεινασμένες και αρπακτικές προς τον δικό μας ευδαίμονα κόσμο. Ακόμα κι αν είναι συμπτωματική η συγκυρία και η αντιστοιχία του έργου, αν θεωρείται αυθαίρετος ο συσχετισμός και η σύμπτωση ερήμην των προθέσεων του συγγραφέα, τα φαινόμενα της εισβολής που βιώνουμε την τελευταία δεκαετία μας επιτρέπει να το αθροίσουμε και αυτό το στοιχείο στα θετικά δεδομένα του έργου.



Η σκηνοθεσία της Γεωργίας Μαυραγάνη παρομοιάζεται με μια κρυστάλλινη και διαυγή δημιουργία ενός κορυφαίου γλύπτη υαλουργού. Δεν θάμπωσε το έργο πουθενά, δεν νοθεύτηκε με επεμβάσεις, σκηνοθετισμούς και τα τοιαύτα, όλα αυτά που φανερώνουν την αγωνία, τη φαυλότητα και την μικροψυχία του σκηνοθέτη να δηλώσει τη συμμετοχή του. Παρ’ ότι η σκηνοθέτης είχε και την άνεση, σαν μεταφράστρια η ίδια να παρέμβει στο κείμενο εντούτοις η αυθεντική γραφή πέρασε απ΄ τους ηθοποιούς στο θεατή ανόθευτη και αμόλυντη από δηλητηριώδης «δημιουργικές» προσθήκες και αλλοιώσεις. (Η τελική ατάκα του γιατρού που αφαιρέθηκε, ούτε απαραίτητη ήταν αλλά και μείωνε την κορύφωση του τραγικού ). Αυτό ήταν ένα κύριο πλεονέκτημα. Με αυτό σαν βάση η σκηνοθεσία σεμνά, λιτά και με συγκεκριμένη άποψη και αισθητική, ρυθμό και εκφορά κίνησε τους ηθοποιούς σε τροχιές και κλίμακες προς ένα εντελώς καινούργιο αποτέλεσμα. Τα πρόσωπα είχαν καθαρές διαδρομές, διασταυρώσεις, αντιπαραθέσεις, συσπειρώσεις και απομακρύνσεις, εισόδους και εμφανίσεις υπακούοντας σ’ ένα γενικό σχεδιασμό που ωστόσο φαινόταν σαν όλα να γίνονταν αυθόρμητα και παρορμητικά. Στις ευφυείς πρωτοβουλίες της σκηνοθεσίας να σημειώσουμε την εμφάνιση της νοσοκόμας (Ναζίκ Αϊδινιάν), όχι όπως την έχουμε συνηθίσει σε όλες τις άλλες παραστάσεις, με την λευκή μπλούζα της νοσηλεύτριας αλλά εδώ να παρίσταται με το κοστούμι της αδελφής καλόγριας, προσθέτοντας έναν σαφή υπαινιγμό για την παρουσία και την παθητική στάση του ιερατείου, της εκκλησίας, πάσης θρησκείας και δόγματος, σ’ όλο τον σατανικό πλέγμα της πολυπλόκαμης ανηθικότητας που εκτυλίσσεται. Μια δραματουργική προσθήκη διακριτική αλλά σημαινουσα.

Έχω την εντύπωση πως η σκηνοθέτης δεν είχε να αντιμετωπίσει δυσκολίες στην καθοδήγηση των ρόλων. Η διανομή που επέλεξε, σοφή και καίρια, της εξασφάλισε ερμηνείες υψηλής ποιότητας. Με ποιες φράσεις να εκφράσουμε την αίσθηση μας για την εξαιρετική υποκριτική απόδοση της Μαρίας Κεχαγιόγλου στο ρόλο της μητέρας που ψύχραιμα στην αρχή και σε αγωνιακή κλιμάκωση στη συνέχεια προσπαθούσε να αποτρέψει την αποκάλυψη; Δυο λέξεις αρκούν : λαμπρή ερμηνεία. Ενώ για τη ταραχή που κατέχεται και μεταδίδει, για το ασθματικό άγχος με το οποίο φόρτισε η Ελίνα Ρίζου τον παραληρηματικό μονόλογο της Κάθρην, κυριευμένη από το περιστατικό που βίωσε, μπορώ να μιλήσω για την καλύτερη ερμηνεία απ όσες παραστάσεις του ίδιου έργου και του ίδιου ρόλου έχω παρακολουθήσει ως σήμερα, συμπεριλαμβανομένης και της της Λυμπεριπούλου στην παλιά παράσταση του θεάτρου Τέχνης όπως και της κινηματογραφικής εκδοχής. Πολύ καλοί ως εξαιρετικοί οι ηθοποιοί των άλλων ρόλων με την Άννα Μάσχα να ξεχωρίζει στο ρόλο της μητέρας της Κάθρην, αλλά και ο Βαγγέλης Αμπαζής στο ρόλο του γιατρού και ο Γρηγόρης Μπαλάς στο ρόλου του αδελφού καθόλου δεν υστέρησαν. 

Το σκηνικό της Άρτεμης Φλέσσα, απογοητευτικό. Ένα θερμοκήπιο με τροπικά φυτά, αλλόκοτα, δηλητηριώδη και σαρκοφάγα, δημιούργημα του ίδιο του Σεμπάστιαν, προσωπικός χώρος ενός παράδοξου πλάσματος όπως αυτός, ένας τόπος που έχουν αποτυπωθεί οι νοσηροί οραματισμοί κάποιου που τώρα απουσιάζει, ένα τέμενος, ένα άντρο, ένας ναός, άδειος τάφος ενός απόντος θεού, δεν έπρεπε να είναι ένα ψυχρό τζαμωτό σαν συνεργείο, με τα κάποια ομοιόμορφα ασαφή ρόδα, σαν ρομποτάκια, σαν προϊόντα από ίδιο καλούπι, παρατεταγμένα με μόνο ιδιαίτερο στοιχείο την φευγαλέα αδιόρατη ριγιλότητα, ακατανόητη εν πολλοίς. Το εικαστικό δυστυχώς παραμελήθηκε, αυτή είναι η αλήθεια.

Γιώργος Χατζηδάκης


Τρίτη, 4 Ιουλίου 2017

Ατυχής και απογοητευτική εμπειρία


«Οι Κόρες» Στο Μικρό Χρηματιστήριο


 Η τήρηση  στοιχειωδών κανόνων της φυσικής πρέπει να είναι στα πρωτεύοντα μελήματα μιας σκηνοθεσίας γιατί η παραβίαση τους είναι πιθανό να εμποδίζει τον αποδέκτη θεατή να παρακολουθήσει το θέαμα που ο σκηνοθέτης δημιούργησε αποκλειστικά γι αυτόν. Και για να γίνω συγκεκριμένος ας ανάψουμε σ΄ έναν σκοτεινό χώρο ένα κερί και ας το βάλουμε ανάμεσα στο μάτι ενός θεατή και κάποιον άλλο που κινείται από την άλλη μεριά της φλόγας του κεριού. Φυσικό είναι πως ο πρώτος με τη λάμψη του κεριού στα μάτια να μην  μπορεί να ξεχωρίσει τι κάνει εκείνος που βρίσκεται από την άλλη μεριά. Στοιχειώδες. Δοκίμασα κάποτε να στήσω μια σκηνή με δυο ηθοποιούς που κρατούσαν πυρσούς. ‘Ήταν αδύνατο να παρακολουθήσουν τη δράση της παράστασης, τις κινήσεις των άλλων, την αίσθηση του χώρου κι έχαναν συνεχώς τον προσανατολισμό τους. Ο σκηνοθέτης της παράστασης που παρακολούθησα στην αίθουσα του παροπλισμένου Χρηματιστηρίου διέπραξε αυτό το βασικό σφάλμα.

Έστησε ένα φράγμα από πολύκλωνα κηροπήγια με ισχυρά λαμπάκια στην κορυφή, τουλάχιστον τριακόσιες φωτεινές, εστίες που αποτέλεσαν έναν δασώδη φράχτη γύρω από την πίστα του θεάματος του, παρεμβάλλοντας αυτό τον τοίχο ανάμεσα στους θεατές και το δρώμενο κάνοντας έτσι τα πρόσωπα της παράστασης δυσθεώρητα δυσκολεύοντας δυσάρεστα τον θεατή να διακρίνει την όποια δράση των όποιων προσώπων. Κατά διαστήματα φαίνονταν οι σιλουέτες, μισές η ολόκληρες γυναικών που κινούνταν κι άλλοτε ξάπλωναν προλαβαίνοντας ένα μέλος η ένα κεφάλι σε στάση η σε κίνηση. Κάποτε κατόρθωνες να δείς την αλλαγή ενός ρούχου η την περιβολή ενός σκάφανδρου που δεν γινόταν αντιληπτή η έννοια η ο συμβολισμός. Ε, εντάξει, δεν έβλεπες, άκουγες ωστόσο το κείμενο του έργου; Αμ δε. Τα δυο κορίτσια ηθοποιοί που διεκπεραίωναν το κείμενο είχαν πάρει εντολή όχι να φωνάζουν αλλά να κραυγάζουν, κυριολεκτικά, να ωρύονται στις κορυφώσεις δε να ουρλιάζουν. Άποψη; Ίσως.


Εδώ σημειώνεται η παραβίαση του δεύτερου φυσικού κανόνα. Με δεδομένη την κακή ακουστική του μη θεατρικού χώρου δεν βάζεις τις φράσεις, χωρίς κανέναν λόγο να κανονιοβολούνται στη διαπασών. Οι συλλαβές χτυπούσαν στους τοίχους κι από κει εξοστρακίζονταν και έβρισκαν τους άλλους τοίχους απέναντι και πάλι το ίδιο με αποτέλεσμα ένα εφιαλτικό ακουστικό αποτέλεσμα που ο άμοιρος θεατής δεν κατόρθωνε να ξεχωρίσει τι λέγεται, τι αφορά, πως η συγγραφέας του κειμένου διαπραγματεύεται το θέμα. Μ’ αυτές τις δυο σοβαρές παραβιάσεις της σκηνοθετικής λογικής είναι παρακινδυνευμένο να σχολιάσω το έργο, την διαπραγμάτευση του, την κίνηση και υποκριτική ικανότητα των ηθοποιών, να αξιολογήσω την επιλογή του έργου για το πρόγραμμα του φεστιβάλ. Ωστόσο από ξεφτίδια που προλάβαινα να διακρίνω, και από την παράσταση και από το κείμενο, απ’ τις κινήσεις των δυο βασικών ηθοποιών και από την εκφορά του λόγου, όπου το έπιανα και διέκρινα δεν μπορώ να κατατάξω το σύνολο σαν μια προσπάθεια σοβαρών καλλιτεχνικών προθέσεων. Οι περιγραφές που σου έταζε το κείμενο του προγράμματος σε προετοίμαζαν να παρακολουθήσεις μια ποιητική προσέγγιση του αθηναϊκού πνεύματος, μια ανθολόγηση από κείμενα των σπουδαίων αθηναιογράφων του παρελθόντος, μια ελεγεία πάνω στην Αθήνα ως ιστορική πόλη και ως πηγή έμπνευσης, λατρείας, ενθουσιασμού, απογοήτευσης και ανησυχίας.

Η παράσταση που είδαμε, στο ποσοστό που μπορέσαμε να την δούμε, ήταν μια φιλότιμη σχολική προσέγγιση που έγινε με την επίβλεψη μια φιλόλογου περιορισμένων ανησυχιών και γνώσεων. Οι μάσκες, τα φτερά, οι περικεφαλαίες , τα αγάλματα και οι πολλές και δαπανηρές κατασκευές καθόλου δεν χρειάζονταν και ουδόλως βοήθησαν κανέναν και πουθενά. Κάτω του μετρίου η υποκριτικές ικανότητες των βασικών ηθοποιών, ανέκφραστη η εκφορά και  ανερμάτιστες οι κινήσεις και οι στάσεις τους, ακαθοδήγητες φανερά, περιττό και μάλλον ενοχλητικό το παρδαλό (υποτίθεται πως εκπροσωπεί κατηγορίες του αθηναϊκού πληθυσμού. Αφέλεια σε επίπεδο ανοησίας ) κλιμάκιο που εισβάλει πλαισιώνει πεταλοειδώς το τερέν, λέγοντας ο καθένας το μέρος του, που ακούγεται μόνο από τους θεατές που έχει απέναντι του.



Γενικώς η παράσταση «Οι κόρες- Η νέα ποιητική της Αθήνας» του Γιάννη Σκουρλέτη, σύλληψη και σκηνοθεσία, με τις Λένα Δροσάκη και Άλκηστη Πουλοπούλου και με φιλική συμμετοχή της Μαρίας Κίτσου (την οποία δεν την είδα, η δεν κατάλαβα την στιγμιαία παρουσία της) σε κείμενο της Μαρίας Βασδέκη, ήταν στο σύνολό της μια ατυχής και απογοητευτική εμπειρία. Αδιάφορη,  κουραστική, παιδαριώδης και απατηλή, σε σχέση με τις προγραμματικές δηλώσεις, χωρίς ούτε μια στιγμή να παραχθεί μια σπίθα ενδιαφέροντος. Το μόνο κέρδος για τον θεατή η γνωριμία μ’ ένα κτήριο κόσμημα στο κέντρο της Αθήνας. Έστω κι αν ο σκηνοθέτης είναι από καλή γενιά μια σύσταση είναι απαραίτητη να υπόσχεται λιγότερα, να μελετάει περισσότερο και να προσέχει χωρίς έπαρση τη δουλειά του η να αλλάξει προσανατολισμό όσο είναι καιρός.

Γιώργος Χατζηδάκης


Κυριακή, 2 Ιουλίου 2017

Ζέοντα και φλογερά


Θεατρικό καλοκαίρι                                       
με πολλές πύρινες εστίες 


Φλογερό. Πύρινο μέτωπο, κυριολεκτικά. Δεν αναφέρομαι στους βαθμούς του Φαρενάιτ αλλά στο φλογερό θεατρικό καλοκαίρι. Το τοπίο άναψε και καίει. Πύρινη λαίλαπα κινείται προς όλη την Ελλάδα με μικρά και μεγάλα σχήματα και φωτιά έχουν πάρει και τα σημεία που διεξάγεται Ελληνικό Φεστιβάλ. Ανοίχτηκε φέτος απλόχερα ο Θεοδωρόπουλος. Σκόρπισε τις εκδηλώσεις του σε ευρύτερα σημεία και ζωντάνεψε χώρους παρατημένους διαλέγοντας με προσοχή τα σχήματα και τα θεάματα. Έχω το προνόμιο να τον παρακολουθώ από το ξεκίνημα του με το «Θέατρο της Άνοιξης» του Μαργαρίτη και μετά σε ανεξάρτητες σκηνοθεσίες και στη δική του στέγη στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου», δημοσιεύοντας κριτικές για τις παραστάσεις του και να είμαι σε θέση να καταλήξω πως διαθέτουμε στο θεατρικό μας δυναμικό ένα πνεύμα ασκημένο στη διάκριση του καλού και του ωραίου και πως αποτέλεσε πρώτης τάξης επιλογή για το τιμόνι του Φεστιβάλ.




Χαλάρωση και ανυπομονησία ως την έναρξη του θεάματος στην Πειραιώς 260

Ωστόσο πριν στραφούμε στα παραπέρα να σημειώσουμε θετικά την συνεργασία του Φεστιβάλ με την Ένωση Κριτικών. Ευχή όλων μας είναι να παγιωθεί με την προϋπόθεση να μην γίνεται ερμητικό, εξειδικευμένο και ομφαλοσκοπικό. Να ανοίγει θεματικά και ο χρόνος του να διευρυνθεί. Να προσαρμοστεί και η ώρα. Κυρίως όμως να αποκτήσει ενδιαφέρον για τον μέσο άνθρωπο. Ωστόσο η ιδέα ήταν άριστη, αρχή έγινε και είναι βέβαιο πως ο εκλεκτικισμός θα περιοριστεί και θα γίνει συνείδηση πως το Φεστιβάλ είναι μια καλοκαιρινή γιορτή που δίνει την ευκαιρία να ευφρανθεί ο άνθρωπος και παράλληλα να πληροφορηθεί και να επικοινωνήσει, να μορφωθεί και να προβληματιστεί.




Γεμάτες οι κερκίδες του χώρου που γίνεται η Ημερίδα την Κριτικών. άνθρωποι διαφόρων ηλικιών έδειξαν πως ενδιαφέρονται και για τις θεωρητικές προσεγγίσεις του θεάτρου

Μια πρόταση έχει τη θέση της νομίζω σ’ αυτό το σημείο. Κινδυνεύοντας να σταθώ περισσότερο του δέοντος στο ζήτημα θα είχα να προτείνω στους αρμόδιους των Κριτικών το θέμα των μονόπρακτων κωμωδιών του 19ου αιώνα. Είναι το πρώτο είδος της ντόπιας δραματουργίας που στρέφει το βλέμμα στην κοινωνική ζωή της εποχής, την καταγράφει και την σατιρίζει. Σημαντικό ! Αμφιβάλλετε; Μια σπουδαία περιοχή του θεάτρου μας αδιερεύνητη. Άγνωστη στον πολύ κόσμο κι όμως διασκεδαστική και ασύγκριτα διδακτική. Υπάρχει τεράστιος πλούτος αγνοημένων μονόπρακτων κωμωδιών, έξυπνης και σπινθηροβόλας διαπραγμάτευσης που θα πρόσφερε μόρφωση, και διασκέδαση στο κοινό του φεστιβάλ. Αναφορές και ομιλίες με παραστάσεις παράλληλα η έστω ως αναλόγια. Η καθηγήτρια των θεατρικών σπουδών Χρυσόθεμις Βασιλάκου έχει κάνει μια εκτενέστατη εργασία πάνω στην ελληνική μονόπρακτη κωμωδία και θα ήταν φαντάζομαι πολύ πρόθυμη να προσφέρει το υλικό της στην επόμενη σύμπραξη του Φεστιβάλ με τον Σύλλογο των Κριτικών, μαθητών της ως επί το πλείστον.

Τραγωδίες και των τριών αρχαίων ποιητών με φλογερές διαθέσεις και πυρακτωμένες προοπτικές ξεχύνονται προς κάθε κατεύθυνση αλλά και μια μεγάλη ποικιλία έργων, πολλά απ αυτά αυτοσχέδια και εκ του προχείρου, έχουν εκστρατεύσει για την άλωση αρχαίων θεάτρων, γηπέδων, αυλών σχολείων και πλατειών. Εν μέσω καύσωνος και υψηλών θερμοκρασιών θεατρίνοι και θεατές επιζητούν οι μεν το μεροκάματο οι δε την ψυχαγωγία και την απομάκρυνση τους απ΄ τα δεινά της καθημερινότητας που δεν είναι και λίγα, όπως όλοι ξέρουμε. Μέσα σε ανάλογο πυρετό και παράλληλα με τα κυνικά καύματα πολλοί προνοούν και για το ερχόμενο. Σε έξαρση η αναζήτηση θεατρικών χώρων και η εξασφάλιση τους. Πολλά σχήματα, μικρά και μεγάλα όχι μόνο έχουν καταλήξει στο ρεπερτόριο τους αλλά έχουν κλείσει και θεατρική στέγη. Μερικοί έχουν αρχίσει και προκαταρκτικές πρόβες. Είναι πολλοί οι θίασοι ωστόσο που πελαγοδρομούν ψάχνοντας για θέατρο και στρέφονται εναγωνίως δεξιά κι αριστερά για να προλάβουν κάποιο. Όλα δείχνουν πως δεν θα κοπάσει ο θεατρικός σάλαγος αλλά αντίθετα εποχή την εποχή, χρόνο με το χρόνο ο δείκτης κορυφώνεται. Οι επιχορηγήσεις που εξαγγέλθηκαν και η επιτροπή που ανακοινώθηκε έριξαν λάδι στη φωτιά και λαμπάδιασε ο τόπος από συζητήσεις, ελπίδες και αγωνίες. Συμπέρασμα : Το θέατρο καλά κρατεί και η θερμοκρασία του ανεβαίνει χωρίς να γίνεται ορατή κάμψη του φαινομένου.




Θα μπορούσε να χαρακτηριστεί το φετινό ως "Καλοκαίρι της Μήδειας". Τέσσερις οι σκηνικές αναφορές, με επίσημο η ανεπίσημο τρόπο, στη παιδοκτόνα μάγισσα βασιλοκόρη του Αιήτη. Θα μας απασχολήσει το θέμα σε ειδικό αφιέρωμα στο έντυπο περιοδικό "Τόπος Θεάτρου". Ετοιμαζόμαστε. Η φωτογραφία απ' την ιδιότυπη προσέγγιση του Δημήτρη Καρατζά στο Μικρό Θέατρο της Επιδαύρου.

Έγραψα αλλού για τη «μούργα» (το κατακάθι του λαδιού) που έχει μαζευτεί στον πάτο του θεατρικού μας κάνιστρου. Για το συρφετό που "χώνεται" ανεμπόδιστα στο χώρο και πως θα πρέπει να ξανασκεφθούμε το θέμα της "Άδειας Ασκήσεως Επαγγέλματος", όπου μια αυστηρή επιτροπή του υπουργείου θα επεμβαίνει αποφασιστικά στις επιλογές. Είναι γεγονός πως ο κόσμος του θεάτρου διαθέτει και τον υπόκοσμο του, τους παρασιτικούς, τους λαθρομετανάστες του. Οι διαβάσεις είναι αφύλακτες και ισχύει το θυμοσοφικό «μπάτε σκύλοι αλέστε κι αλεστικά μη δίνετε». Έτσι δημιουργήθηκε ένα "υποθέατρο" που παρουσιάζει μια ετερόκλητη σύνθεση. Οι πιο πολλοί περνάνε λίγους μήνες σε θεατρικές σχολές, πασαλείβονται κάποιο επίχρισμα η παρακολουθούν κάποια "σεμινάρια". Κάποιοι άλλοι καταφέρνουν και παίρνουν το πτυχίο κάποιας σχολής αλλά η πλειονότητα των αποφοίτων είναι ελλιπούς μόρφωσης, τσαπατσούλικης εκπαίδευσης, διδαγμένοι από δασκάλους ακατάλληλους, χωρίς σύστημα, μέθοδο, οργάνωση διδακτική. Επειδή οι δραματικές σχολές (όχι ευτυχώς όλες, αλλά οι περισσότερες) λειτουργούν με κίνητρα κερδοσκοπικά και όχι εκπαιδευτικά, Μια πραγματικότητα που την γνωρίζουν άπαντες.  Εκτός όμως όλων αυτών έχουν μπουκάρει στο χώρο του θεάτρου ένα πλήθος αλεξιπτωτιστές , αποσαθρώματα άλλων ναυαγίων που βρίσκουν το θέατρο ως βολικό αραξοβόλι της απελπισίας τους. Αυτοί όλοι δεν έχουν μόνο στόχο το σανίδι. Είναι επίβουλοι τόσο στον τεχνικό όσο και στον θεωρητικό ( ηθοποιοί αυτοχειροτόνητοι, κριτικοί αυτοσχέδιοι και αναλυτές τυχάρπαστοι) μια πλειάδα άσχετων, ανίδεων, αμόρφωτων και ανεπάγγελτων που νοθεύουν όλο το θεατρικό φάσμα. Υπήρχε πάντα μια τέτοια μερίδα. Μικρή και κατά περίπτωση γραφική. Η ανάπτυξη της θεατρικής ζωής των τελευταίων χρόνων είχε σαν φυσικό αποτέλεσμα να εισβάλλει ένα πολύ μεγαλύτερο ποσοστό ευκαιριακών ατόμων που η πρέπει να προσαρμοστούν η να αποβληθούν. Το τι πρέπει να γίνει για να ανακοπεί αυτή η εισβολή είναι πρόβλημα και καθήκον του αρμόδιου η των αρμοδίων.

Το παράλληλο φαινόμενο των ερασιτεχνικών (ο χαρακτηρισμός αμφισβητείται) θιάσων που περιβάλλουν το κέντρο, θιάσων πολλοί περισσότερων απ όσον αρχικά υπολογίσαμε, θιάσων που αποτελούνται από 50 και πάνω άτομα, με πάθος και καημό για το θέατρο και για ένα ρόλο. Άτομα διαφόρων επαγγελμάτων, διαφόρων ηλικιών, διαφόρων μορφωτικών επιπέδων, με παροδικές σχέσεις με τη θεατρική μόρφωση η έστω την απλή ενημέρωση φλέγονται να πάρουν μέρος σε μια παράσταση, να τους ανατεθεί ένας ρόλος κι ότι να’ ναι, το νέο αυτό είδος συμπολιτών αυξάνεται ιλιγγιωδώς, εξαπλώνεται σαν μια πανδημία και ασυγκράτητα καταλαμβάνει συνοικίες, προάστια, περίχωρα, χωριά και πόλεις, γειτονιές και ενορίες. Ένα φαινόμενο που δεν θα μπορούσε κανείς να φανταστεί πριν από μερικά χρόνια. Θυμίζει ταινία επιστημονικής φαντασίας όπου ένας ανίκητος ιός μεταβάλλει τους κανονικούς σε μεταλλαγμένους που το κύριο σύμπτωμα που τους διακρίνει είναι η ευγενική τους επιμονή να παρακολουθήσεις την παράσταση τους.

Και εμείς χωρίς καμιά βεβαιότητα πως δεν έχουμε προσβληθεί από κάποιον ανάλογο ιό, καταγινόμαστε να παρακολουθούμε αυτή η την άλλη παράσταση, να κρίνουμε και να σχολιάζουμε την σκηνοθεσία η την ερμηνεία, να αναλύουμε το φαινόμενο - που και χωρίς την ανάλυση μας θα μπορούσε να υπάρχει - να αραδιάζουμε φραστικά σχήματα και εξάγουμε συμπεράσματα, ως ένα είδος "εκ θεού", αρνούμενοι να δούμε πως αυτοί όλοι οι σχολιασμοί οι κρίσεις και οι εμβαθύνσεις είναι μάταιες, κανένας δεν τις χρειάζεται και μόνο εμάς ικανοποιούν και την ματαιοδοξία μας αποκοιμίζουν. Όχι, δεν θα το παραδεχθούμε ποτέ πως εμάς τους κριτικούς κανένας δεν μας χρειάζεται, κανένας δεν μας διόρισε και κανένα παραγωγικό έργο στην κοινωνία δεν προσφέρουμε. Όσοι νομίζουν αυτά για μας είναι πιθανό να έχουν προσβληθεί κι αυτοί από κάποιον ιό, που το γνώρισμά του είναι να μας απομακρύνει, να μειώσει την κοινωνική μας προσφορά ξεκόβοντας εμάς και άλλους από την ουσία. Το κακό είναι πως αυτή η ωραία μέθη, η ζάλη, η παρανόηση, η σύγχυση η ψευδαίσθηση δεν είναι σύμπτωμα μόνο του καύσωνα.


Γιώργος Χατζηδάκης