Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2016

Θέατρο ούτε για δείγμα




Τζωρτζ Όργουελ - «1984»


Θέατρο Βασιλάκου

















Ομολογώ πως δεν μπορώ να κατανοήσω ποιος ακριβώς είναι ο προβληματισμός του βιβλίου του Όργουελ «1984» (γραμμένο το 1949) στην θεατρική του μεταφορά όπως μας το παρουσιάζει η Κατερίνα Ευαγγελάτου στο θέατρο Βασιλάκου. Όταν πριν από 70 χρόνια διαβάστηκε το βιβλίο όλοι νοιώθαμε την καταγγελία μιας ζοφερής μελλοντικής εξέλιξης ενός καταπιεστικού καθεστώτος όπου όλες οι ανθρώπινες ελευθερίες θα βρίσκονταν σε διωγμό ακόμα και η όποια βούληση, σκέψη η αίσθημα. Ο συγγραφέας περιέγραφε μια συνεχή παρακολούθηση κάθε ατόμου σε κάθε στιγμή της ημέρας και της νύχτας του μέσω μια αμφίδρομης τηλεοπτικής συσκευής. Η ίδια αυτή συσκευή μετατρεπόταν σ’ έναν συνεχή προπαγανδιστή των καυχησιολογιών του καθεστώτος και στην εξύμνηση του ηγέτη «Μεγάλου Αδελφού», του δικτάτορα της χώρας που είχε την επωνυμία Αδελφότητα.

Η προφητεία επαληθεύτηκε στις μέρες μας με τον πλέον απόλυτο τρόπο. Αν κάποιος ενδιαφέρεται να γίνει μάρτυρας ενός πραγματικού τέτοιου καθεστώτος με όλα του τα χαρακτηριστικά σε απόλυτη εφαρμογή δεν έχει παρά να αναζητήσει μέσω του υπολογιστή του τη συχνότητα των τηλεοπτικών καναλιών της Βόρειας Κορέας. Οι εκφωνήτριες και ο αυστηρός τόνος της εκφοράς τους, η συνεχής υμνολογική αναφορά στον «Μεγάλο Αδελφό», η επανειλημμένη και επίμονη προβολή των επιτευγμάτων της Αδελφότητας στους διάφορους τομείς και απειλητική νουθεσία των υπηκόων για υποταγή στους θεσπισμένους νόμους και κανόνες μας έχουν κάνει πολύ οικείο το ουεργελικό μοτίβο κι έτσι καθόλου δεν μας ξάφνιασε η από σκηνής παρουσίαση του. Ούτε και τίποτα μας πρόσφερε περισσότερο από όσο μια πολιτική ενημέρωση.



Αισθάνομαι πως είστε έτοιμοι να με διορθώσετε και να μου προσθέσετε κι άλλα ανάλογα καθεστώτα με τα ίδια χαρακτηριστικά κι ακόμα να μου στρέψετε την προσοχή μου πως ο λεγόμενος «Μεγάλος Αδελφός» του Όργουελ μπορεί να ήταν μια μεταποίηση του σταλινικού «Πατερούλη» που λίγο πολύ τον καιρό του σοβιετικού καθεστώτος η λειτουργία του ρωσικού μοντέλου στα χνάρια του 1984 ταίριαζε. Πολύ σωστά και σας ευχαριστώ, υποπτεύομαι μάλιστα πως απ’ αυτό το πρότυπο αντλούσε την έμπνευση του και ο συγγραφέας του βιβλίου. Και μιας και είχατε την καλοσύνη να μου συμπαραστέκεστε στους συλλογισμούς μου επιθυμώ και εγώ με την σειρά μου να σας ενημερώσω πως με βάση και αφετηρία το «1984» η αμερικανική κινηματογραφική παραγωγή κυριολεκτικά ξεσάλωσε. Η κρίση θεμάτων που αντιμετωπίζουν οι αμερικανοί σεναριογράφοι έχει γίνει πολλές φορές σενάριο αυτή η ίδια. Πολύ φυσικό λοιπόν το θέμα του Οργουελ να γινόταν ανάρπαστο. Η πρώτη κινηματογραφική του αξιοποίηση έγινε το 1956 και η δεύτερη  το 1993 με σκηνοθέτη τον Μάικλ Ρέντφορντ και τους Τζον Χαρτ και Ρίτσαρντ Μάρτον. Από την αρχή ξεκίνησε με βάση το το ίδιο θέμα μια ολόκληρη κατηγορία έργων με ασύλληπτης έκτασης σε παραλλαγές, μια κατηγορία που απόκτησε και δικό της χαρακτηρισμό. Το μέλλον, οι καταπιέσεις των υπηκόων, οι συνεχείς παρακολουθήσεις μέσω συστημάτων πολύ προηγμένης τεχνολογίας, η επέμβαση στη σκέψη και στη μνήμη, ο ασυμβίβαστος ήρωας που γίνεται φυγάς και διώκεται, η γυναίκα που τον ερωτεύεται, η σύλληψη του και τα βασανιστήρια στα οποία τον υποβάλλουν για να ελέγξουν το μυαλό του. Και όλα αυτά σε οργιώδους φαντασίας προεκτάσεις, πλοκές και εξελίξεις. Ευνόητο είναι πως η αμερικανική κινηματαγραφική βιομηχανία επιστράτευσε τους καλύτερους σεναριογράφους, σκηνοθέτες, ηθοποιούς και τεχνικούς των εφε και έριξε στην αγορά μια τεράστια ποικιλία με τα ίδια πάνω κάτω θέματα.




Αυτόματα λοιπόν γεννιέται το ερώτημα τι προσδοκούσε περισσότερο να μας προσφέρει η Κατερίνα Ευαγγελάτου; Είναι αλήθεια ότι μεταχειρίστηκε πολύ προηγμένα συστήματα τεχνολογίας. Είκοσι τουλάχιστον οθόνες πολύ μεγάλες ως πολύ μικρές, εξέπεμπαν ταυτόχρονα άλλες τεθλασμένες κυματιστές ακαθόριστες γραμμές, άλλες αυτές τις μιλιτέρ εκφωνήτριες, άλλες σκηνές πλήθους αλλαλαζόντων πιστών, άλλες στρατιωτικών παρελάσεων, άλλες μεταδόσεις νικηφόρων αθλητικών αγώνων και δυο μεγάλες τοποθετημένες στο κέντρο  τι νομίζετε πως προέβαλλαν; Τις κυριότερες σκηνές του έργου. Ναι, ακριβώς. Το έργο ήταν κατά ένα μεγάλο μέρος κινηματογραφημένο και ο θεατής το παρακολουθούσε σε οθόνες σαν σε κινηματογράφο, ένα είδος home cinema. Όχι, η σεξουαλική σκηνή, όπου εμφανέστατα κυριαρχούν οι γυμνοί γλουτοί του πρωταγωνιστή Πανταζάρα, με την ημίγυμνη συμπρωταγωνίστρια του να τους θωπεύει, αυτή είναι ζωντανή και μάλιστα στο κέντρο της σκηνής. Ποιος ο λόγος; Τι δραματουργικό εξυπηρετούσε ένας γυμνός πισινός; Αδιευκρίνιστο. Όπως στο κέντρο της σκηνής είναι και η ρεαλιστικομαζοχιστική σκηνή όπου ο βασανιστής κόβει τα δάχτυλα του ήρωα και τον υποβάλλει σε ένα σωρό βασανιστήρια είναι κι αυτή ζωντανή και μάλιστα σε μια εντυπωσιακή ομοιότητα με την αντίστοιχη σκηνή του κινηματογράφου, σαν αντικαθρέφτισμα η μια της άλλης.

 Περιμένουμε απ’ την Κατερίνα Ευαγγελάτου θέατρο και όχι ηλεκτρονικές μπλόφες που δεν έχουν να μας πουν τίποτα ενδιαφέρον, ούτε ξαφνικές εκλάμψεις, φωτεινές γραμμές που τρέχουν, ήχους που σε σφυροκοπούν και ηχητικά παράσιτα που στριγκλίζουν, ούτε φυσικά χιλιοειπωμένα στόρι. Σ’ αυτούς τους τομείς το θέατρο δεν μπορεί να τα βάλει με την παντοδυναμία του κινηματογράφου και τις αφάνταστες δυνατότητες των εφε της κινηματογραφικής τεχνολογίας. Όσο για τα βασανιστήρια και την φτιαχτή, την πεποιημένη «φρίκη» που επιδιώκουν να προκαλέσουν, με τους υποκριτικούς σφαδασμούς εκεί δεν είναι μόνο το σινεμά που υπερέχει ακαταμάχητο αλλά και οι αφηγήσεις κρατουμένων σε διάφορα στρατόπεδα τύπου Γκουαντάναμο. Ας αφήσουμε λοιπόν το σινεμά στην αδιαφιλονίκητη υπεροχή του, την πραγματικότητα να γίνεται αντικείμενο ρεπορτάζ η ντοκιμαντέρ, ας αποστρέψουμε τα μάτια απ΄ τις υπαρκτές συνθήκες παρόμοιων καθεστώτων (αναφέρθηκα στη Βόρεια Κορέα αλλά υπάρχουν κι άλλα πολύ κοντύτερα), ας αφήσουμε τις τολμηρές τάχα σεξουαλικές σκηνές, που είτε απέχθεια προκαλούν είτε κοροϊδία, σκηνές που και στον «Φάουστ» και στο «1984» απορία προκαλούν για την σκοπιμότητα τους, γιατί φυσικά σκηνές ψευτοπορνό που μπαίνουν άνευ λόγου και αιτίας μόνο αρνητικές εντυπώσεις για τις προθέσεις τους προκαλούν, και ας επιδιώξουμε την θεατρική μαγεία, γιατί φίλοι μου αυτός είναι ο σκοπός του θεάτρου κι αυτό είναι το ζητούμενο. Και για να κλείσω συνοψίζοντας πως θέατρο,  στην παράσταση της Ευαγγελλάτου δεν υπήρχε ούτε δείγμα.

Γιώργος Χατζηδάκης


Τρίτη, 13 Δεκεμβρίου 2016

Το Χάος




Γράφει ο Εωρακώς

Από το περιοδικό «Τόπος Θεάτρου», τεύχος 2-3 (Ιούλιος-Αύγουστος – Σεπτέμβριος – Οκτώβριος – Νοέμβριος – Δεκέμβριος 2016) που κυκλοφορεί την επόμενη εβδομάδα)





Με το περιθώριο μας να διευρύνεται από τον περιορισμό του χρονικού ορίου κυκλοφορίας καθώς το δεύτερο τεύχος του περιοδικού μας συνενώθηκε με το τρίτο, μας παρέχεται η ευρυχωρία να συμπεριλάβουμε και το τελευταίο τρίμηνο του απερχόμενο έτους σχολιάζοντας, κρίνοντας και συμπεραίνοντας. Μας προσφέρεται παράλληλα και μια διορατική ματιά στα όσα διακρίνονται στο άμεσο μέλλον.
Τον τελευταίο καιρό, και όχι μόνο στα πρόσφατα χρόνια, πολλοί παρατηρούν το σώμα του θεάτρου μας να διαστέλλεται ολοένα και περισσότερο, θυμίζοντας την εφιαλτική διόγκωση στον «Ρινόκερω» του Ιονέσκο, μοιάζοντας έτσι μ ένα παράλογο φαινόμενο που με καμιά ρεαλιστική συνθήκη δεν γίνεται να προσεγγισθεί. Απρόσιτο και δυσεξήγητο.
Ναι. Απ’ την τελευταία δεκαετία του προηγούμενου αιώνα, με μια ήπια κλιμάκωση στην αρχή και με επιταχυνόμενο ρυθμό στη συνέχεια η θεατρική ζωή, άρχισε να διαστέλλεται φτάνοντας σήμερα σε ένα τερατώδες μέγεθος. Βλέπουμε συχνά τις ατελέσφορες προσπάθειες δημοσιολογούντων, είτε δημοσιογράφων, είτε θεωρητικών του θεάτρου να δοκιμάζουν διάφορες φόρμες για να δώσουν μια κάποια εξήγηση στο ακατάσχετα επιτεινόμενο ζήτημα. Για να σχηματίσει μια εικόνα ο αναγνώστης σημειώνω ενδεικτικά των αριθμό των θεάτρων, αιθουσών και αυτοσχέδιων χώρων, που στεγάζουν θεατρικές παραστάσεις. Η σελίδα των θεαμάτων της «Καθημερινής» της Κυριακής 11 Δεκεμβρίου αναφέρει 123 χώρους που προσφέρονται για θεατρικές παραστάσεις και στους οποίους αυτούς χώρους φιλοξενούνται μόνιμα η εκ περιτροπής 268 θίασοι με τις παραστάσεις τους.
Σε σχέση με τα περυσινά δεδομένα αλλά και μα την συνδρομή των προπέρσινων τα νούμερα της παραπάνω καταγραφής μεταμορφώνονται αυξητικά με έναν επιτεινόμενο ρυθμό που βρίσκει μια πρώτη σταθεροποίηση μετά την πρωτοχρονιά με μια αύξηση αιθουσών και παραστάσεων στο 20%, μια επόμενη στις αρχές Μαρτίου με μια ανάλογη αύξηση και μετά μια κατακόρυφη άνοδο στον αριθμό των παραστάσεων μ’ ‘ένα σάλτο 40%  από τον Απρίλιο ως τον Ιούνιο για να αρχίσει να παρουσιάζουν τα δεδομένα τους οι καινούργιοι θερινοί πίνακες που σε ένα ενιαίο άθροισμα έδωσαν πέρυσι τον εκπληκτικό αριθμό των 1100 παραστάσεων που επιτρέπει τις φετινές εκτιμήσεις να προβλέπουν πως οι διαστάσεις του τέρατος θα ξεπεράσουν το σύνολο των 1500, ζωή και κουράγιο να ‘χουμε.
Έχω μπροστά μου ένα μικρό συνοπτικό πινακάκι που δημοσιεύθηκε πρόσφατα στο «Αθηνόραμα» που καταγράφει δεδομένα θεάτρων και θεατρικών παραγωγών στα τελευταία οκτώ χρόνια. Αντιγράφω : Θεατρική περίοδος 2008 – 9, θεατρικές σκηνές 250, παραστάσεις 726. Θεατρική περίοδος 2009 – 10, θεατρικές σκηνές 258, παραστάσεις 781. Θεατρική περίοδος 2010 – 11 σκηνές 321, παραστάσεις 988. Θεατρική περίοδος 2011 – 12 σκηνές 292, παραστάσεις 1003. Θεατρική περίοδος 2012 – 2013, σκηνές 330, παραστάσεις 1139. Θεατρική περίοδος 2013 – 14 σκηνές 312, παραστάσεις 1069. Θεατρική περίοδος 2014 – 15 σκηνές 297, παραστάσεις 1092. Θεατρική περίοδος 2015 – 16, σκηνές 308 και παραστάσεις 1166.
Να σημειωθεί πως ούτε καν λογαριάζονται οι τουλάχιστον 100 πολυάνθρωποι ( μιλάμε για μεγάλο και ανυπολόγιστο πληθυσμό ατόμων ) ερασιτεχνοεπαγγελματικοί θίασοι που περιβάλλουν το θεατρικό κέντρο με πλούσιο και κείνοι ρεπερτόριο.
Είναι μάταιο και περιττό να καταγράψουμε τα έργα και να αξιολογήσουμε τις επιλογές των υπεύθυνων των ποικίλων θεατρικών σχημάτων, είναι μάταιο να αναζητήσουμε συσχετισμούς του ρεπερτορίου καθενός απ’ την πληθώρα των θιασικών μορφωμάτων, με τα κοινωνικά παράλληλα, όπως το καθεστώς, την οικονομική κρίση, την ανικανότητα των υπευθύνων και την αποτυχία της όποιας πολιτικής εφαρμογής στα ζητήματα του θεατρικού πολιτισμού. Δεν υπάρχει ιδεολογική συνισταμένη, δεν υπάρχει, θεατρικό φρόνημα, δεν διακρίνεται κανένας προσανατολισμός. Το μόνο που θα μπορούσε να προκαλέσει ερωτήματα και απορίες είναι ο αριθμός των ηθοποιών, των ατόμων που ανεβαίνουν στις σκηνές και στα πατάρια, το ποιόν του καθενός, οι όποιες σπουδές και προελεύσεις και οι απολαβές τους. Για μια παρόμοια απόπειρα, να δοθεί δηλαδή ένα κατά προσέγγιση νούμερο – για οτιδήποτε περισσότερο κάθε προσπάθεια είναι απολύτως ανέφικτη – μόνο αναλογικά και απολύτως ανεύθυνα θα μπορούσε να υπολογιστεί πως οι ασχολούμενοι με την πραγματοποίηση αυτού του πρωτοφανούς φαινομένου θα μπορούσαν να πλησιάζουν, ίσως και να ξεπερνούν τις 100. 000 άτομα
Παρακολούθησα τις απεγνωσμένες προσπάθειες  μιας κριτικού να αντιληφθεί και να εξηγήσει με επιστημονικούς κανόνες, κατά έναν τρόπο, τρόπο το φαινόμενο και μ’ επιχειρήματα άρρητα αθέμιτα κατέληξε πως το πράγμα δεν εξηγείται. Για να δώσω στον αναγνώστη μου μια μικρή συγκριτική δυνατότητα, κλείνοντας το σημείωμα μου προσθέτω την εικόνα της θεατρικής ζωής της πρωτεύουσας όπως εμφανιζόταν πριν από σαράντα επτά χρόνια με βάση την στήλη των θεαμάτων της εφημερίδας «Το Βήμα» την 1η Ιανουαρίου του 1970.
Αθηνών: θίασος Μυράτ, Ζουμπουλάκη «Απαγορευμένο τετράδιο». Ακάδημος: «Ο Ευκλείδης και το κλειδί του». Ακροπόλ: θίασος Ρένας Βλαχοπούλου, Γ. Πάντζα, Ν. Τζάνετ «Μίνι, μάξι και σι θρού». Αλάμπρα: θίασος Φέρτη- Καλογεροπούλου «Η ηδονή  της τιμιότητας» Άλφα: θίασος Α. Μπάρκουλη, Λ .Παππαγιάννη, Κ. Καρρά «Ο έρωτας των τεσσάρων Συνταγματαρχών». Αμιράλ:  θίασος Σ. Γιούλη - Θ. Βέγγου «Ο τρελός του Λούνα Πάρκ και η ατσίδα». Αυλαία: θίασος Βαλέντη, Αυλωνίτη «Μπουμπούνα αγάπη μου» Δεύτερη σκηνή: «Το πανδοχείο του τρόμου». Καφέ θέατρο - Απολογία: «Άγονη γραμμή» Βέμπο:  θίασος Α. Καλουτά – Τ. Μηλιάδη «Η ώρα επλησίασε» Βασιλικό: «Τρικυμία» Βέργη: θίασος Μ. Κατράκη- Ε. Βεργή «Ο χορός του θανάτου» Βρετάνια: θίασος Ε. Λαμπέτη  «Φράνκυ» Γκλόρια: θίασος Βουτσά - Ρίζου – Κοντού, Γ. Βογιατζή «Αγάπη μου παλιόγρια». Δημοτικό Πειραιώς: «Η Νεκρή βασίλισσα» Διάνα: θίασος Τζένη Καρέζη « Θεοδώρα η Μεγάλη» Διονύσια: θίασος Βουγιουκλάκη - Παπαμιχαήλ «Αυτό που ξέρει κάθε γυναίκα» Κάβα: θίασος Ν. Χαζίσκου, Τ. Νικηφοράκη «Μήδεια», «Εραστής» Κατίνα Παξινού: θίασος Αλέξη Μινωτή-Κατίνας Παξινού «Η Ήρα και το παγώνι» Κοτοπούλη: θίασος Λ. Κωνσταντάρα- Μ. Χρονοπούλου «Ο Μπάμπης και ο Μπαμπίμνος». Κώστα Μουσούρη: «Τσάο» Όρβο: θίασος Αντιγόνη Βαλάκου «Τάνια» Παππά: θίασος Αναλυτή – Ρηγοπούλου «Αγάπη μου Ουάουα». Πειραματικό: θίασος Μαριέτας Ριάλδη «Τα παιδιά». Ποντίων: θίασος Βήματα «Η αυλή των θαυμάτων». Όρβο:  θίασος Α. Γασπάρη «Το δάσος με τις αναπνοές» Τέχνης: «Πάρτυ γενεθλίων»/ «Ο επιστάτης» Φλορίντα: θίασος Π. Λάζου, Γ Κωστή, Γ. Ολύμπιου «Όταν η γυναίκα θέλει» Χατζηχρήστου: θίασος Χατζηχρήστου, Φωτόπουλου, Παπανίκα «Τι κάνει ο άνθρωπος για να ζήσει». Χριστιανικό θέατρο: «Είναι μεσάνυχτα δόκτωρ Σβάιτσερ». Απολογισμός 27 θέατρα, ισάριθμες παραστάσεις και κοντά στους διακόσιους οι ηθοποιοί…
Είναι εκεί παρόντες όλοι οι θεοί, οι ημίθεοι και οι ήρωες του θεατρικού 20ου αιώνα. Είναι η πύλη που μπαίνουμε στα νεότερα χρόνια. Είναι η αρχή του ορίζοντα που θα αποπειραθούμε να στοιχειοθετήσουμε κομματάκι κομματάκι.
Προκλητικά  υποχρεωνόμαστε να το αναφερθούμε κι ένα ακόμα φαινόμενο που εξ ίσου ορμητικά έχει μπουκάρει σαν τσουνάμι κατακλύζοντας τις ρύμες, τις οδούς και τις λεωφόρους της θεατρικής μας πολιτείας. Φαινόμενο απότοκο του κύριου και μέγιστου της ασυνάρτητης αύξησης των θεάτρων. Πρόκειται για τα ψηφιακά site, θεατρικής ύλης που καταγίνονται με την προβολή και την προώθηση των μυριάδων παραστάσεων και των ανάλογα αυτοφυών, αγνώστου είδους και συνομοταξίας κριτικών και προωθητών, είδος ανάμεικτο σαν τους παραλλαγμένους των ταινιών επιστημονικής φαντασίας, που επιτείνουν το χάος. Αλλά περί αυτών στο άλλο τεύχος.

Ο Εωρακώς