Δευτέρα, 8 Δεκεμβρίου 2008

Για τους ερμηνευτές των ρόλων του έργου "ΠΡΩΙΝΟΙ ΕΠΙΣΚΕΠΤΕΣ"

Για το έργο δεν μπορώ να πως τίποτα. Αυτό μας έλλειπε. Είναι γνωστή άλλωστε η λαϊκή ρήση «Ο παπας εβλογάει τα γένια του». Το μόνο που μπορώ να σημειώσω είναι πως πρόκειται για ένα έργο συνειρμών.
Τολμώ ωστόσο να επιχειρήσω κάτι λιγότερο παρακινδυνευμένο, καταδικασμένο βέβαια κατά το μάλλον απ’ την δεοντολογία και οπωσδήποτε και απ’ την κοινή γνώμη. Τίποτα απ’ αυτά όμως δεν με αποτρέπει να σημειώσω ολίγα για τους ηθοποιούς που έπαιξαν τα πρόσωπα του έργου «Πρωινοί Επισκέπτες», κι αυτό όχι από συναισθηματική παρόρμηση η χρέος αλλά από καθαρά υποκίνηση θεατροκριτικής έξης. (Τριάντα πέντε χρόνια θεατρικής κριτικής επιφέρουν μια ισχυρή εξάρτηση). Με τα δεδομένα αυτά όμως ίσως και να είμαι με τους ηθοποιούς πιο αυστηρός παρά αν έκρινα τους ερμηνευτές ενός άλλου έργου.
Μηδενός εξαιρουμένου οι ηθοποιοί του έργου σχεδίασαν με συνέπεια τα σχήματα που τους ζητήθηκαν απ’ τη σκηνοθεσία και φυσικά πρόσθεσαν ανάλογα με την ικανότητα η την ευκολία του ο καθένας γεμίσματα, φωτοσκιάσεις, έρματα και όγκους. Στο διάστημα των 20 προβών (εκ των πραγμάτων δεν μπορούσαν να γίνουν περισσότερες) οι πρωτοβουλίες και οι μέθοδοι και οι προσωπικές ικανότητες του καθενός, τους συμπαραστάθηκαν στην επίτευξη ενός ικανοποιητικού αποτελέσματος. Η Κυρία (Νίκη Βουγιού) έλαβε ένα σωστό γκροτέσκο σχήμα με μια γερή δόση υστερίας αν και νομίζω πως σαν καρικατούρα βρέθηκε μερικές φορές σε απόσταση απ’ τις φόρμες των άλλων ρόλων που διαγράφηκαν με πιο ρεαλιστικές μολυβιές. Σ’ αυτό συνετέλεσαν οι συχνοί οξείς της τόνοι . Η Φιλίτσα Βουλιώτη διακρινόταν από μια υποκριτική αυθάδεια πολύ ταιριαστή στο χαρακτήρα του κοριτσιού που ερμηνεύει, μερικές φορές όμως η στάση αυτή θα μπορούσε να απαλύνεται για να ποικίλει η συμπεριφορά της ηρωίδας σε πιο φυσικά πλαίσια. Η ανάγκη υφέσεων γινόταν φανερή. Ωστόσο η ηθοποιός με βάση αυτό που πιο πάνω χαρακτήρισα υποκριτική αυθάδεια, κινείται σ’ όλη τη διάρκεια με αξιοπαρατήρητη συμμετοχή σ’ όλες τις φάσεις. Ο Νίκος Γιαννίκας σαν διανομέας του αιρετικού εντύπου δεν εβρισκε πάντα την κλίμακα του κωμικού που να τον οδηγούν απ’ το ηθογραφικό στο επιθεωρησιακό, όμως όσες φορές οι αναλογίες συμφωνούσαν το αποτέλεσμα ήταν απολαυστικό. Ο Ηλίας Νομικός εξωτερικά ανταποκρίνεται απολύτως στον νεαρό που προωθεί πολιτικά έντυπα και σε πολλά σημεία αυτό το πετυχαίνει και με το παίξιμό του, διατηρεί ωστόσο μια αίσθηση «άγουρου», εντύπωση που με τις φανερές προσπάθειες του εξαλείφεται αλλά όχι πάντα. Και τελευταία αλλά όχι έσχατη η εξαιρετική «Σάρτζεντ» της Μαρίας Πανουτσοπούλου. Το ολίγον αινιγματικό αυτό πρόσωπο του έργου, το περίπου ξοανικό, είναι από τη γραφή του ανολοκλήρωτο. Φαίνεται καθαρά πως εδώ η δραματουργία σκόνταψε. Με τα όσα της προσφέρθηκαν ωστόσο η ηθοποιός προχώρησε τον ρόλο σε πιο τονισμένη εικόνα. Με πλούτο και πλατιά γκάμα του ενίσχυσε το μυστήριό του, το απροσδόκητο των αντιδράσεων του, την αλλόκοτη εμφάνισή του. Έμεινε όμως ακαθοδήγητη στα κενά της κι εκεί ανακύπτει μια αμηχανία που διατηρεί αρκετή απ’ την ασάφεια του ρόλου. Είναι ξεκάθαρο πως ρόλοι και παράσταση χρειάζονταν λίγες πρόβες ακόμα. Δεν ξέρω πολλές παραστάσεις στην Αθήνα που να μην διατηρούν ένα τέτοιο αίτημα. Απλώς δεν το ομολογούν.